Έναυσμα για τη συγγραφή του παρόντος σημειώματος αποτέλεσε η Πρόταση Νόμου, που φέρει τον τίτλο «Ο περί του Ιατρικώς Υποβοηθούμενου Τερματισμού της Ζωής (Όροι και Προϋποθέσεις)  και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2023», την οποία κατέθεσε τον περασμένο χρόνο η βουλευτής κ. Ειρήνη Χαραλαμπίδου και αναμένεται να συζητηθεί προσεχώς στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η ευθανασία, που απασχολεί καθημερινά ολοένα και περισσότερο την κοινή γνώμη, είναι ένα πρόβλημα πολύπλοκο. Η πολυπλοκότητά του συνίσταται στο ότι η ευθανασία αγγίζει περισσότερους από ένα τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και διανόησης: την ιατρική, τη νομική, την ψυχολογία, την κοινωνιολογία, την πολιτική, τη θεολογία. Τα προβλήματα που γεννώνται από την προσέγγιση του θέματος είναι πολλά και δυσεπίλυτα. Αυτό οφείλεται στη στάθμιση των αγαθών που οφείλουμε να κάνουμε, προκειμένου να αποφανθούμε περί της νομιμότητας ή μη της ευθανασίας. Από τη μια είναι η ζωή, μια απόλυτη και συνταγματικά προστατευόμενη αξία, και από την άλλη η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ελευθερία επιλογής του πάσχοντος και, γενικά, η ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Η ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας αποτελεί έκφανση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής, που προστατεύεται από το Άρθρο 15 του Συντάγματος και το Άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. (Κρίτων Γ. Τορναρίτης, Το Πολιτειακόν Δίκαιον της Κυπριακής Δημοκρατίας, σ. 129).   Ευθανασία, κατά κυριολεξία, σημαίνει τον καλό και ανώδυνο θάνατο, το θάνατο που έρχεται χωρίς ταλαιπωρία και πόνο. Ο όρος ευθανασία προέρχεται από τα συνθετικά «ευ» και «θάνατος».

Στην Κύπρο η ευθανασία συνιστά κακούργημα. Σχετικά είναι τα άρθρα 204, 205, 211 και 218  του Ποινικού Κώδικα. Άξια ιδιαίτερης αναφοράς είναι η  παράγραφος (δ) του άρθρου 211 που ορίζει ότι ένα πρόσωπο θεωρείται ότι επέφερε τον θάνατο άλλου, αν, με πράξη η παράλειψη, επιτάχυνε το θάνατο προσώπου που πάσχει από ασθένεια ή βλάβη η οποία, ανεξάρτητα από αυτή την πράξη ή παράληψη, θα επέφερε θάνατο. Η ευθανασία διακρίνεται στην ενεργητική, την ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία και την παθητική. Η ενεργητική ευθανασία διενεργείται με ιατρική πράξη (π.χ. ένεση ή χορήγηση φαρμάκου) με την οποία επέρχεται ο θάνατος του ασθενούς με ανώδυνο τρόπο. Αν δεν είχε πραγματοποιηθεί η ενέργεια του γιατρού η οποία επέφερε το θάνατο, ο ασθενής θα συνέχιζε να ζει για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Η ενεργητική ευθανασία απορρίπτεται από μερικά νομικά συστήματα, καθώς εξομοιώνεται με ανθρωποκτονία. Αρκετά κράτη την έχουν νομιμοποιήσει, θέτοντας αυστηρές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Απαραίτητη προϋπόθεση για να είναι νόμιμη η ενεργητικής ευθανασίας είναι η επιθυμία ή έστω η απλή συναίνεση ενός ατόμου να τερματίσει τη ζωή του. Για να είναι έγκυρη η συναίνεση πρέπει το άτομο, που ζητεί την ευθανασία, να έχει την απαραίτητη πνευματική διαύγεια και να είναι ψυχολογικά υγιές, ώστε η συναίνεση να εκφράζει τη γνήσια βούλησή του. Πρόβλημα παρουσιάζει η περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί η βούληση του παθόντος επειδή βρίσκεται σε κατάσταση «φυτού» ή σε κώμα. Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατόν να θεμελιωθεί η απόφαση περί ευθανασίας στην εικαζόμενη βούληση του ασθενούς, δηλαδή σε αυτό που θα ζητούσε ο πάσχων αν είχε την ικανότητα να το κάνει. Η θέση αυτή, την οποία ασπάζομαι, δεν φαίνεται να ακολουθείται στην Πρόταση.

Μια ακόμα προϋπόθεση για το μη κολάσιμο της ενεργητικής ευθανασίας είναι ο πάσχων να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση υγείας ώστε να πιθανολογείται με βεβαιότητα ο θάνατος αλλά και η διαδικασία του θανάτου να είναι επώδυνη.

Συναφής με την ενεργητική ευθανασία είναι και η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι η διάθεση από τον γιατρό στον ασθενή ενός φαρμάκου το οποίο, όμως, θα λάβει ο ασθενής και με το οποίο θα επέλθει ο θάνατος με ανώδυνο τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές θεωρείται ότι συντομεύτηκε μια επώδυνη διαδικασία.

Στις διατάξεις της Πρότασης και οι δυο πιο πάνω περιπτώσεις περιλαμβάνονται στον γενικό όρο της «παροχής υπηρεσιών ιατρικώς υποβοηθουμένου τερματισμού ζωής» και τίθενται, κατά τρόπο αυστηρό και περιεκτικό, οι προϋποθέσεις και οι αναγκαίες ασφαλιστικές δικλίδες ασφαλείας, ώστε αυτές να είναι επιτρεπτές. Η παθητική ευθανασία συνίσταται στη μη συνέχιση της χρήσης των μέσων εκείνων (μηχανικών, π.χ. αναπνευστήρας ή φαρμακευτικής αγωγής κ.λπ.) που θα μπορούσαν να διατηρήσουν έναν ασθενή στη ζωή. Η αλματώδης ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας έδωσε τη δυνατότητα παράτασης της ζωής του ασθενούς ακόμα και σε περιπτώσεις όπου ο ανθρώπινος οργανισμός είναι κατεστραμμένος και χωρίς καμία εγκεφαλική δραστηριότητα. Η παθητική ευθανασία έχει επιβληθεί σαν πρακτική σε περιπτώσεις όπου η παράταση της ζωής του ασθενούς δε θα επιφέρει βελτίωση στην κατάσταση του αλλά θα επιτείνει το μαρτύριο του. Η διαφορά της από την ενεργητική ευθανασία συνίσταται στην αιτία του θανάτου. Στην περίπτωση της ενεργητικής ευθανασίας ο θάνατος προέρχεται από πράξη, την ενεργητική παρέμβαση ενός προσώπου που επιφέρει το θάνατο, ενώ η παθητική προέρχεται από παράλειψη. Η Πρόταση δεν ρυθμίζει την παθητική ευθανασία. Φαίνεται ότι τη θεωρεί νομικά επιτρεπτή. Τούτο, μπορεί να εξαχθεί από το ότι στο Προοίμιο αναφέρονται ως ποινικώς κολάσιμες, με βάση το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς, μόνο η ενεργητική ευθανασία και η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Σε τούτο συνηγορεί και η κρατούσα διεθνής πρακτική όπως οι αρμόδιες αρχές αποφεύγουν να υπεισέρχονται στον τρόπο με τον οποίο οι γιατροί αποφασίζουν αν και πότε δεν έχει νόημα να παρατείνεται, με τεχνικά μέσα, η ζωή ενός ασθενούς. Όμως, θεωρώ ορθό, προς αποτροπή πιθανών παρερμηνειών, να γίνει στον Νόμο που θα θεσπιστεί ειδική πρόνοια περί τούτου. 

(Φιλελεύθερος, 10/11/2024)