Αφορμή για το σημερινό άρθρο, έδωσε η πρόσφατη έκθεση της Corruption Perceptions Index 2019, σύμφωνα με την οποία η Κύπρος διολίσθησε στην 41η θέση στο δείκτη διαφθοράς. Τα νέα στοιχεία του Transparency International παρουσιάζουν την Κύπρο σε χειρότερη θέση από αυτή που είχε το 2018.
Το φαινόμενο της διαφθοράς δεν είναι μόνο κυπριακό. Εμφανίζεται και στον ευρωπαϊκό χώρο και όχι μόνο. Ούτε και είναι σύγχρονο φαινόμενο, παρά το ότι η σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της διαφθοράς και έδωσε νέες διαστάσεις στο φαινόμενο.
Αν ανατρέξουμε στην Ιστορία, θα δούμε ότι στον ελληνικό χώρο, στον οποίο ανήκουμε, το θέμα της διαφθοράς και, ειδικά, της πολιτικής διαφθοράς, είναι διαχρονικό και έχει τη δική του ιστορία.
Ο πρώτος Έλληνας νομοθέτης, ο Λυκούργος, γνωστός για τους νόμους του στη Σπάρτη, είχε θεσπίσει και σειρά μέτρων που απέβλεπαν στο να αποτρέψουν του Σπαρτιάτες (βασιλείς, άρχοντες και πολίτες) από τον χρηματισμό και τη δωροδοκία. Απαγορευόταν η κατοχή χρυσών και αργυρών νομισμάτων και, γενικά, ο πλουτισμός. Όμως, αυτοί οι νόμοι δεν διάρκεσαν για πολύ. Ο Αριστοτέλης, αναφερόμενος στους νόμους του Λυκούργου, παρατηρεί ότι «την μεν γαρ πόλιν πεποίηκε αχρήματον, τους δ’ ιδιώτας φιλοχρημάτους». (Αριστοτέλους, Πολιτικά, 2,16). Ο Ξενοφών, που ήταν θιασώτης της σπαρτιατικής πολιτείας, με απογοήτευση παρατηρεί: «Αν δε κανείς με ρωτούσε, αν νομίζω ότι ακόμη και τώρα οι νόμοι του Λυκούργου διατηρούνται αμετάβλητοι, τούτο, μα τον Δία, δεν θα είχα το θράσος να το υποστηρίξω… Και γνωρίζω, επίσης, ότι σε παλαιότερη εποχή, αυτοί φοβούνταν να έχουν στη διάθεσή τους χρυσό (χρήματα), ενώ τώρα μερικοί και καυχώνται ότι είναι κάτοχοι αυτού». ( Ξενοφώντος, Λακεδαιμονίων Πολιτεία, XIV, 1,3).
Ο Δημοσθένης καυτηριάζει τους πολιτικούς της εποχής του λέγοντας: «Άλλοι τους από φτωχοί έγιναν πλούσιοι, άλλοι από άσημοι ονομαστοί, μερικοί έκτισαν σπίτια πιο μεγαλόπρεπα από τα δημόσια χτίρια.... και όσο μίκραινε η περιουσία της πολιτείας, τόσο η δική τους μεγάλωνε». (Γ’ Ολυνθιακός, 29).Τα ίδια σχεδόν έλεγε για τους πρώτους πολιτικούς της ελεύθερης Ελλάδας ο Μακρυγιάννης: «Όσοι έχουν την τύχη μας σήμερον εις τα χέρια τους, όσοι μας κυβερνούν, μεγάλοι και μικροί, και υπουργοί και βουλευταί, το’ χουν σε δόξα, το’ χουν σε τιμή, το’ χουν σε ικανότη τους να τους ειπής ότι έκλεψαν, ότι πρόδωσαν, ότι έφεραν τα κακά εις την πατρίδα. Είναι άξιοι άνθρωποι και τιμώνται και βραβεύονται. Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας....». Τον συμπληρώνει ο καυστικός Εμμανουήλ Ροΐδης, γράφοντας τα ακόλουθα στο σατυρικό περιοδικό του «Ασμοδαίος» στις 29/6/1875 για ένα πολιτικό της εποχής του: «Εγνώριζεν εικοσιτέσσαρας τρόπους να προμηθεύηται χρήματα, εκ των οποίων ο τιμιώτερος ήτο η κλοπή».
Στην Κύπρο, το φαινόμενο της διαφθοράς «καλά κρατεί» εδώ και δεκαετίες. Πολύ σωστά ο Γενικός Εισαγγελέας παρατήρησε πως η διαφθορά έχει απλώσει τα πλοκάμια της σε όλο το φάσμα του δημόσιου τομέα. Δεν είναι του παρόντος ακόμη και η απλή αναφορά στα αίτια. Όμως, ας μου επιτραπεί να θίξω το πιο βασικό αίτιο, στο οποίο επανειλημμένα αναφέρθηκα σε άρθρα και ομιλίες μου. Το σαθρό πολιτικό σύστημα άφησε να καλλιεργηθεί και η κουλτούρα της ατιμωρησίας. Όταν οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ποτέ ή μόνον επιλεκτικά, τότε οι νόμοι είναι όπως ο ιστός της αράχνης, που συγκρατεί μόνο τα αδύνατα έντομα, ενώ τα ισχυρά τον θραύουν, για να θυμηθούμε τον περίφημο διάλογο του Αναχάρσεως με τον Σόλωνα, που αναφέρεται στο βιβλίο του Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Σόλων, 5.
Η κουλτούρα της ατιμωρησίας επέφερε την απάθεια των πολιτών. Η διαφθορά αντιμετωπίζεται σαν κάτι σχεδόν φυσιολογικό, ή τουλάχιστον ανεκτό. Μερικοί τη θεωρούν και «καπατσοσύνη». Δεν λειτουργεί ο μηχανισμός της κοινωνικής απαξίας και περιφρόνησης. Στην κοινωνία έχει εδραιωθεί η πεποίθηση ότι όλα μπορούν να συμβούν, όλα είναι θεμιτά, αρκεί να μη σε πιάσουν.
Αξίζει να ενθυμηθούμε το τεραστίων διαστάσεων σκάνδαλο για τον Συνεργατισμό, που διαπίστωσε το 1980 μια Ερευνητική Επιτροπή της οποίας ήμουν μέλος. Ουδείς, ουσιαστικά, διώχθηκε από αυτούς οι οποίοι σύμφωνα με την Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής, ενέχονταν. Κανένα μέτρο από όσα εισηγήθηκε η Επιτροπή, για εξυγίανση του συνεργατικού κινήματος, λήφθηκε. Έτσι, το καρκίνωμα, που διαγνώστηκε του 1980, αφέθηκε να κάνει μεταστάσεις, για να έλθει μια άλλη Ερευνητική Επιτροπή και να διαπιστώσει στην Έκθεσή της στις 1/3/2019 την ανεπανόρθωτη κατάρρευση του συνεργατικού κινήματος της Κύπρου. Ακολούθησαν και άλλες «μπόρες», που πέρασαν. Από αυτές τις «μπόρες» η πιο σφοδρή, που άφησε τα σημάδια της, ήταν η καταλήστευση των μικροεπενδυτών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου από τους «προνομιούχους», επώνυμους και μη. Οι αυτουργοί και συνεργοί του εγκλήματος έμειναν ατιμώρητοι. Τώρα, ποιος θυμάται, εκτός από τα θύματα, αυτό το σκάνδαλο;
Σύμπτωμα αυτής της «κουλτούρας» είναι και η αντιμετώπιση από το πολιτικό κατεστημένο του θέματος των μη εξυπηρετούμενων «κόκκινων» δανείων (ΜΕΔ) των Πολιτικά Εκτεθειμένων Προσώπων (ΠΕΠ). Το περιβόητο αυτό θέμα άρχισε το 2015. Τότε είχε γίνει γνωστό ότι εκατοντάδες ΠΕΠ είχαν μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ότι ανάμεσά τους, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις πολιτικών οι οποίοι είχαν εξασφαλίσει δάνεια εκατομμυρίων χωρίς τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις. Υπήρχαν περιπτώσεις εξασφάλισης δανείων με ευνοϊκό επιτόκιο. Υπήρχαν και περιπτώσεις στους οποίους έγινε με άκρως προκλητικό τρόπο διαγραφή των δανείων τους. Ποιες διασυνδέσεις είχαν αυτοί οι ευεργετηθέντες με τους ευεργετήσαντας και τι ανταλλάγματα τους πρόσφεραν; Από χρόνια έπρεπε να είχαν αντιμετωπίσει οι πολιτικοί μας αυτό το θέμα. Πνίγηκε, όμως, αυτό στη διαπλοκή, στον λαϊκισμό, στην ατολμία και στην ανευθυνότητά. Υιοθετώ και προσυπογράφω τα όσα έγραψε η κα Ανδρούλα Ταραμουντά στα «Αναθέματα» στις 26/1/2020: «Η Βουλή μένει εκτεθειμένη με δείγματα έλλειψης πολιτικής βούλησης για ένα ζήτημα που αφορά τα του οίκου της. Όταν υπάρχει θέληση μπορεί να ενδιατρίψει στο ζήτημα, χωρίς να επιτρέψει τον κανιβαλισμό προσώπων, γιατί πώς να το κάνουμε τις πλείστες φορές από εκεί είναι που ξεκινούν όλα και από πολύ συγκεκριμένους βουλευτές!!! Όλα τα άλλα είναι προφάσεις εν αμαρτίαις. Και να καθαρίσει ο στάβλος του Αυγεία χρειάζεται βούληση και να ανασκουμπωθούμε όλοι σε όποιο πόστο και εάν είμαστε. Από τον πρώτο μέχρι και τον τελευταίο πολίτη αυτής της Πολιτείας. Δικαιολογίες δεν χωρούν εδώ που φτάσαμε. Είναι ύψιστη υποχρέωση προς τις επόμενες γενιές.».
(Φιλελεύθερος, 2/2/2020)