Αφορμή για τη σύνταξη του παρόντος άρθρου έδωσαν μερικές δηλώσεις Κυπρίων ιεραρχών μετά την εκλογή του νέου πάπα που φέρει το όνομα Λέων 14 ος . Για τον μητροπολίτη Μόρφου, ο νέος πάπας, που τον χαρακτηρίζει «καημένο», «είναι υπηρέτης του σκότους. Είναι αντίχριστο το σύστημα που υπηρετεί και καταλήγει και ο ίδιος δολιοφθορέας της ανθρωπότητας».
Για τα αίτια αυτού του σφοδρού μίσους, ενδείκνυται μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν. Όταν έσβηνε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τον πέμπτο αιώνα μ.Χ., μέσα στους κόλπους της γεννήθηκε μια νέα δύναμη, που θα εκμεταλλευόταν σε μεγάλο βαθμό το γόητρο και τις παραδόσεις της. Αυτή η δύναμη ήταν η λατινόφωνη Καθολική Εκκλησία. Οι πνευματικοί και κοσμικοί ηγέτες της χριστιανοσύνης οικειοποιήθηκαν, σταδιακά, τον μανδύα του καίσαρα. Με την εξάλειψη των αυτοκρατόρων, ο πάπας άρχισε να παίρνει αυτοκρατορικούς τίτλους και δικαιώματα. Πήρε τον τίτλο του Μεγάλου Ποντίφικα, του αρχιερέα δηλαδή της ρωμαϊκής κυριαρχίας, τον αρχαιότερο από όλους τους τίτλους που είχαν απολαύσει οι αυτοκράτορες. Ο «παπισμός», γράφει ο μεγάλος φιλόσοφος Thomas Hobbes στο έργο του Leviathan, «δεν είναι παρά το εστεμμένο φάντασμα της παρηκμασμένης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που κάθεται πάνω στον ίδιο της τον τάφο». (Norman Davies, Ιστορία της Ευρώπης, Τόμος Α΄, σ. 334).
Όμως, από πολύ νωρίς, άρχισε και η διαίρεση της ολοένα και αυξανόμενης χριστιανικής κοινότητας. Δημιουργήθηκαν δυο κεφαλές στους κόλπους της χριστιανικής εκκλησίας, του πάπα στη Ρώμη και του πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη, γεγονός που έμελλε να οδηγήσει σε μια μεταξύ τους έντονη διαμάχη για την ηγεσία του χριστιανικού κόσμου. Η ρωμαϊκή εκκλησία διεκδικούσε την πρώτη θέση στη χριστιανοσύνη γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, είχε ιδρυθεί από τον Άγιο Πέτρο, τον «κορυφαίο» των αποστόλων. Η διαμάχη για την ηγεσία της χριστιανοσύνης «γέννησε» με τον καιρό και διαφορές στο δογματικό και θρησκευτικό επίπεδο.
Το σημαντικότερο σημείο στο οποίο διέφερε η βυζαντινή εκκλησία από τη ρωμαϊκή ήταν το θέμα του Filioque και αφορούσε το τρίτο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως και, ειδικά, την εκπόρευση του αγίου πνεύματος. Οι βυζαντινοί πίστευαν ότι το άγιο πνεύμα εκπορεύεται «εκ του πατρός», ενώ οι Λατίνοι πίστευαν ότι αυτό «εκ του πατρός και του υιού εκπορεύεται» (ex Patre Filioque procedit). Άλλες διαφορές, που χώριζαν τις δυο εκκλησίες, ήταν η χρήση από τους Λατίνους άζυμου άρτου στο μυστήριο της «θείας ευχαριστίας», η αγαμία του λατινικού κλήρου και η τέλεση από τη Δυτική εκκλησία της συνήθους λειτουργίας και κατά την Πεντηκοστή, ενώ οι βυζαντινοί τελούσαν την περίοδο αυτή καθημερινά, πλην Σαββάτου και Κυριακής, ειδική λειτουργία, την Προηγιασμένη.
Οι συνεχείς διαφωνίες και ρήξεις μεταξύ των δυο εκκλησιών οδηγήθηκαν τελικά σε σφοδρό και οριστικό ρήγμα. Στις 16 Ιουλίου 1054 ο καρδινάλιος Ουμβέρτος μαζί με δυο άλλους παπικούς λεγάτους κατέθεσε στην αγία τράπεζα του ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη τη βούλα αφορισμού του πατριάρχη Μιχαήλ Α΄ Κηρουλαρίου, των συνεργατών και οπαδών τους. Ακολούθησε η Αγία Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης κατά την οποία ο Κηρουλάριος ανταπέδωσε το παπικό ανάθεμα.
Ένα άσβεστο μίσος αναπτύχθηκε μεταξύ των δυο χριστιανικών δογμάτων, που οδήγησε σε πρωτοφανείς αγριότητες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των δεκατριών Ορθοδόξων μοναχών της Καντάρας στην Κύπρο. Συνέβη το 1228, όταν οι διωγμοί των Ορθοδόξων από τους Καθολικούς ήταν σε έξαρση. Οι μοναχοί της Καντάρας, όπως και όλοι οι Ορθόδοξοι κληρικοί, χρησιμοποιούσαν κατά το μυστήριο της «θείας ευχαριστίας» ένζυμο άρτο. Οι Καθολικοί χρησιμοποιούσαν άζυμο άρτο γιατί πίστευαν ότι τέτοιος άρτος χρησιμοποιήθηκε κατά τον Μυστικό Δείπνο, που έλαβε χώρα, σύμφωνα πάντα με τους Καθολικούς, την ημέρα που οι Εβραίοι αποκαλούσαν «ημέρα των αζύμων». Οι μοναχοί διατάχθηκαν να παρουσιαστούν ενώπιον του Λατίνου αρχιεπισκόπου στη Λευκωσία ο οποίος, αφού δεν κατόρθωσε να τους μεταπείσει, τους φυλάκισε. Στη φυλακή παρέμειναν τρία χρόνια. Ένας από αυτούς πέθανε από τις κακουχίες. Οι υπόλοιποι, με εντολή του πάπα, αντιμετωπίστηκαν ως αιρετικοί. Δέθηκαν πίσω από άλογα που τους έσερναν καθ’ όλο το μήκος της κοίτης του Πεδιαίου. Τελικά, στις 19 Μαΐου 1231 μισοπεθαμένοι οι μοναχοί ρίχτηκαν στην πυρά και κάηκαν. (Νίκος Χρ. Χαραλάμπους, Αναζητώντας την Αυτογνωσία, 1ος Τόμος, σ 245).
Η ηγεσία της χριστιανικής Εκκλησίας, για να εξασφαλίσει την πειθαρχία και τη νομιμοφροσύνη και να έχει το ποίμνιό της δέσμιο και εξαρτημένο, διέπραξε φοβερά εγκλήματα. Στην προσπάθειά της αυτή υπήρξε αδίστακτη, πολεμώντας βάναυσα και τη γνώση. Γιατί η γνώση ελευθερώνει, δίνει δύναμη και ανεξαρτησία. Το έτος 2000 ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β´ ζήτησε δημόσια συγγνώμη για 2000 χρόνια βίας, διώξεων και σφαλμάτων, που διέπραξε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Μέσα στα εγκλήματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για τα οποία έγινε η παπική συγγνώμη ήταν το κάψιμο των αιρετικών, η Ιερά Εξέταση, οι Σταυροφορίες, στις οποίες περιλαμβάνεται και η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, οι σφαγές Εβραίων και Μουσουλμάνων, η δίωξη του Γαλιλαίου.
Κρίνεται σκόπιμο να γίνει ειδική αναφορά στα αποτρόπαια εγκλήματα της Ιεράς Εξέτασης. Τα θύματα της Ιεράς Εξέτασης ήταν οι αιρετικοί και οι «μάγισσες». Σε σύγκριση με τα ολοκαυτώματα και τα μαζικά εγκλήματα του 20ού αιώνα, οι θηριωδίες του χριστιανικού φονταμενταλισμού -διότι αυτό ακριβώς ήταν η Ιερά Εξέταση - είναι ελάχιστες. Πρόκειται, εν τούτοις, για εγκλήματα ειδεχθέστερα και από αυτά της ναζιστικής θηριωδίας, επειδή τα θύματα οδηγήθηκαν στην πυρά «εν ονόματι του Χριστού».
Τα εργαλεία των βασανιστηρίων που χρησιμοποιούνταν, για να αποσπαστούν από τα δύστυχα θύματα οι «ομολογίες» τους, προκαλούν αποτροπιασμό. Τροχοί, καρέκλες με καρφιά, τανάλιες, εργαλεία για την εξόρυξη των ματιών ή για ξεκοίλιασμα στη θέα των οποίων και μόνον είναι αδύνατον να μην ανατριχιάσεις. Εκείνη την εποχή όχι μόνο δεν ίσχυε το τεκμήριο της αθωότητας, αλλά ούτε και το αντίθετο, δηλαδή ο κατηγορούμενος να εθεωρείτο ένοχος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Ο κατηγορούμενος ήταν εξ αρχής ένοχος. Τα περισσότερα θύματα της Ιεράς Εξέτασης ήταν γυναίκες, διότι σε όλη τη διάρκεια των «σκοτεινών αιώνων» οι γυναίκες θεωρούνταν ευεπίφορες στην ακολασία και, ως εκ τούτου, στη συμμαχία με τον Διάβολο. Ακόμη και σήμερα διίστανται οι απόψεις για τα αίτια που οδήγησαν στο φοβερό «κυνήγι των μαγισσών» στην Ευρώπη, το οποίο διήρκεσε τρεις και πλέον αιώνες (από τον 14ο ως τον 17ο). Πώς εξηγούνται αυτά τα τερατώδη εγκλήματα; Υπάρχει η άποψη ότι το κυνήγι των μαγισσών δεν ήταν παρά η επίπονη και συστηματική προσπάθεια της Καθολικής και Προτεσταντικής Εκκλησίας να εξαλείψει τα τελευταία κατάλοιπα του παγανισμού στην Ευρώπη.
Συναφές είναι και το θέμα των αφορισμών. Όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα δόγματα άρχισαν και οι αιρέσεις και οι αφορισμοί. Αυτός που επικρατούσε αφόριζε τον αντίπαλο. Πρώτα, ήταν ο Άρειος. Οι βυζαντινοί πατριάρχες αφόριζαν ακόμα και αυτοκράτορες, όπως τον Κωνσταντίνο Στ΄, τον Λέοντα τον Σοφό ή τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο.
Ακόμα και ο Νίκος Καζαντζάκης δεν γλίτωσε από τη μανία της εκκλησιαστικής ελίτ κατά των ανθρώπων του ελεύθερου πνεύματος. Είναι γνωστή η απόφαση της Ι. Συνόδου της Ελλάδας για δίωξή του και απαγόρευση του «Τελευταίου Πειρασμού» σαν «βαναύσου, χυδαίου και βλασφήμου», καθώς και την αναγραφή του στον «Index» των απαγορευμένων βιβλίων του Βατικανού. Τη ίδια μεταχείριση είχε προηγουμένως ο μεγαλύτερος νεοέλληνας σατιρικός, ο Εμμανουήλ Ροΐδης, με την «Πάπισσα Ιωάννα» του (1866). Οι εκκλησιαστικοί ταγοί επέπεσαν εναντίον του, αποκαλώντας τον «έχιδνα», «κακούργον», «βορβορώδη», «αηδή», «όργανον του Σατανά», «μυσαρόν», «ανατροπέα των καθεστώτων» . Η Ι. Σύνοδος της Ελλάδας, με εγκύκλιό της «προς τους κατά την Επικράτειαν Ιεράρχας» (4.4.1866), αποκήρυξε μετά βδελυγμίας το βιβλίο. Η Καθολική εκκλησία καταχώρησε και την Πάπισσα, στον Index του Βατικανού.
Τα πιο πάνω, αναφέρονται από τον Μάριο Πλωρίτη σε ένα άρθρο του στο «Βήμα» των Αθηνών. Στο ίδιο άρθρο αναφέρει με το θαυμάσιο γλαφυρό και δηκτικό του ύφος τις ακόλουθες δυο περιπτώσεις αφορισμών:
«Μια απ' τις πρώτες λ.χ. ενέργειες της Ι. Συνόδου στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ήταν να καταδιώξει ανελέητα ένα απ' τα λαμπρά πνεύματα της εποχής: τον Θεόφιλο Καΐρη (1784-1853), θεολόγο και φιλόσοφο σημαντικό, φιλικό και αγωνιστή του 21 (εκείνος είχε υψώσει τη σημαία της Επανάστασης στη γενέτειρά του Άνδρο), ιδρυτή ορφανοτροφείου-διδασκαλείου στο νησί του... Τρία μόλις χρόνια μετά τον θάνατο του Καΐρη, ο κλήρος της Κεφαλονιάς αφορίζει τον άμωμο και άτεγκτο σατιρικό Ανδρέα Λασκαράτο, επειδή, με το βιβλίο του ‘’Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς’’ (1856), σάρκαζε δριμύτατα τα οικογενειακά-θρησκευτικά-πολιτικά έλκη του καιρού του, την υποκρισία, τη διαφθορά, τη δημαγωγία, την εκμετάλλευση της λαϊκής αμάθειας και δεισιδαιμονίας που μάστιζαν τα τρία αυτά «μετερίζια» της κοινωνίας. Όταν έμαθε για το φιρμάνι των «παπαδανθρώπων», όπως τους έλεγε , ρώτησε «αθώα» τι παθαίνει ο «αφορεσμένος». ‘’Να’’, του είπαν, ‘‘όταν πεθάνεις, δε θα λειώσεις’’. ‘‘Α, έτσι; Μα τότε, ας αφορέσουνε και τα παπούτσια των παιδιών μου, που λειώνουνε ολοένα και δεν προφταίνω να τους αγοράζω καινούργια’’. (Μάριος Πλωρίτης, Οι «αφορισμένοι», στο «Βήμα» των Αθηνών, ημερ. 1/6/1997).
(Φιλελεύθερος, 25/5/2025)