Το «Ανατολικό Ζήτημα».
Ένα από τα κατάλοιπα του λεγόμενου «Ανατολικού Ζητήματος» είναι και η εκρηκτική και χαώδης κατάσταση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, που διαρκεί για πάνω από ένα αιώνα. Ανατολικό Ζήτημα ονομάζεται το διεθνές ζήτημα που προκλήθηκε από τη βαθμιαία υποχώρηση της ισχύος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τον ανταγωνισμό μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για την πλήρωση του κενού, που θα προέκυπτε.
Κρίσιμο σημείο καμπής του Ανατολικού Ζητήματος ήταν η εμπλοκή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως σύμμαχος της Γερμανίας. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε τότε να αντιμετωπίσει τους Συμμάχους της Αντάντ και, ειδικά, τους Άγγλους και τους Γάλλους, που πρόσβλεπαν στον διαμοιρασμό των λαφύρων στην περιοχή, σε περίπτωση νίκης τους.
Έτσι, η Μέση Ανατολή, χοάνη πολιτισμών, σταυροδρόμι μεταξύ τριών ηπείρων, μετατρέπεται σε στρατηγική ζώνη μείζονος σημασίας για τα συμφέροντα των μεγάλων Δυνάμεων. Η γεωγραφική θέση της Μέσης Ανατολής είχε μεγάλη στρατηγική σημασίας για τις μεγάλες Δυνάμεις. Από το 1915 καταφαίνεται η μεγάλη σημασία της για τους εμπόλεμους. Ειδικά, η Αγγλία είχε άμεση ανάγκη να ελέγχει την περιοχή, αφού ο δρόμος από τις Ινδίες είναι ζωτικός για τον ανεφοδιασμό της. Σε τούτο, συνέβαλε και η τεράστια σημασία που είχε, για τις δυτικές, βιομηχανικά ανεπτυγμένες, χώρες, η ύπαρξη στην περιοχή πετρελαίου, που ήταν βασική πηγή ενέργειας.
Όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία τάχθηκε στο πλευρό της Γερμανίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Βρετανοί επιχείρησαν να υποδαυλίσουν τον αραβικό εθνικισμό. Προσέγγισαν ένα Άραβα ηγέτη στη Χετζάζη, τον Χουσεΐν, πρόγονο του σημερινού βασιλέα της Ιορδανίας, που έφερε τον τίτλο του σαρίφ και εμίρη της Μέκκας και ήταν επικεφαλής μιας από τις ανταγωνιζόμενες φατρίες στην περιοχή. Ο τίτλος «σαρίφ» υποδηλώνει ότι ο κάτοχός του είναι απόγονος του Μωάμεθ. Οι σχέσεις του Χουσεΐν με τον Σουλτάνο και, ειδικά, με το κομιτάτο των Νεοτούρκων δεν ήταν καλές. Οι Βρετανοί κατάφεραν να πείσουν τον Χουσεΐν να ηγηθεί μιας αραβικής επανάστασης κατά της οθωμανικής εξουσίας. Η Βρετανία δεσμεύτηκε ότι, εάν ο Χουσεΐν κήρυττε μια αραβική επανάσταση κατά των Οθωμανών, θα παρείχε στρατιωτική και οικονομική βοήθεια κατά τη διάρκεια του πολέμου και, στη συνέχεια, θα συνέβαλλε στη δημιουργία ανεξαρτήτων αραβικών κρατών στην Αραβική Χερσόνησο και στα περισσότερα μέρη της Εγγύς Ανατολής. (Arthur Goldschmidt Jr., Aomar Boum, Ιστορία της Μέσης Ανατολής, σ. 229).
Στις 5 Ιουνίου 1916 ο Χουσεΐν κήρυξε την επανάσταση των Αράβων εναντίον του οθωμανικού ζυγού. Η Αραβική Επανάσταση μαινόταν για τα δυο επόμενα χρόνια. Οι Άραβες υποστηρικτές του Χουσεΐν, με τις συμβουλές κυρίως των Βρετανών δια του Τ. Ε. Λόρενς, πολεμούσαν στο πλευρό της Αντάντ κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. (Είναι γνωστή σε μας τους παλαιούς η κινηματογραφική ταινία «Ο Λόρενς της Αραβίας»).
Όταν, στα τέλη Οκτωβρίου του 1918, η Οθωμανική Κυβέρνηση υπόγραψε συνθηκολόγηση με τους συμμάχους της Αντάντ, οι Άραβες πανηγύρισαν και ανέμεναν την εκπλήρωση των υποσχέσεων που τους είχαν δοθεί για ανεξαρτησία. Αλλά, αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί. Οι κυβερνήσεις των νικητών είχαν άλλα συμφωνήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου. Είχαν καταρτήσει τον Μάιο του 1916 μια μυστική συμφωνία, τη γνωστή Συμφωνία Σάικς-Πικό, με βάση την οποία τα εδάφη που θα αποκόπτονταν θα διαμοιράζονταν μεταξύ τους ως «σφαίρες επιρροής».
Το 1920 ονομάστηκε από τους Άραβες «αμ αν μάκμπα», που σημαίνει η χρονιά της καταστροφής. Η Κοινωνία των Εθνών, με Εντολή, αποδίδει τη Συρία και το Λίβανο στη Γαλλία, την Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία στη Μεγάλη Βρετανία. Με τον τρόπο αυτό, θα δημιουργηθούν στην περιοχή αυθαίρετα και αλλόκοτα σύνορα, που νομιμοποιούσαν ανίερες συμμαχίες για ικανοποίηση των συμφερόντων των «εντολέων» και οδήγησαν στη δημιουργία «τεχνητών» κρατών, όπως το Ιράκ, τη Συρία και τον Λίβανο.
Οι Άραβες δέχθηκαν ακόμα ένα πλήγμα, με την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να συμβάλει στη «δημιουργία, μετά τον πόλεμο, μιας εβραϊκής εθνικής εστίας στην Παλαιστίνη», δηλαδή την ίδρυση ενός εθνικού εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Πρόκειται για την περίφημη «Διακήρυξη Μπάλφουρ» η οποία ανακοινώθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1917. Μετά τη Διακήρυξη Μπάλφουρ άρχισε μια συντονισμένη και, κατά διαδοχικά κύματα, είσοδος Εβραίων στην περιοχή. Η βαθμιαία αύξησή τους, προκαλεί την οργή των Παλαιστινίων Αράβων.
Τις πιο πάνω διευθετήσεις των Αγγλο-Γάλλων, δεν τις αποδέχθηκε ο Χουσεΐν, που διοικούσε ακόμα τη Χετζάζη, και αντέδρασε έντονα. Αυτοανακηρύχθηκε «βασιλέας» των Αράβων και, αργότερα, χαλίφης του Ισλάμ. Οι Βρετανοί, για να τον εξουδετερώσουν, βοήθησαν τον αντίπαλό του στην Αραβική Χερσόνησο, τον Ιμπν Σαούντ, ο οποίος είχε ήδη αναλάβει την εξουσία στην ανατολική Αραβία, να προελάσει να κατακτήσει τη Χετζάζη και να ανατρέψει τον Χουσεΐν το 1924. Αυτή η επιτυχία του Ιμπν Σαούντ, υπήρξε η απαρχή της δημιουργίας του Βασιλείου της Σαουδικής Αραβίας.
Οι Βρετανοί, για να «χρυσώσουν το χάπι», μετά που ξεγέλασαν τον εμίρη Χουσεΐν της Μέκκας και, γενικότερα, τους Άραβες, και δεν τήρησαν τις υποσχέσεις που τους έδωσαν, έχρισαν ένα από τους γιους του Χουσεΐν, τον Φεϊζάλ, βασιλέα του Ιράκ. Το Ιράκ ήταν ένα αποικιακό δημιούργημα, ένα αμάλγαμα τριών οθωμανικών επαρχιών, της Μοσούλης, της Βαγδάτης και της Βασόρας. Έγινε ανεξάρτητη χώρα το 1931. Η μοναρχία δεν διήρκεσε. Μετά από μια μακρά περίοδο έντονης πολιτικής αστάθεια, το 1958 μια ομάδα αξιωματικών με επικεφαλής τον ταξίαρχο Αμπντάλ-Καρίμ Κασέμ, ανέτρεψαν τη μοναρχία και εκτέλεσαν τον βασιλέα και την οικογένειά του. Ο Κασέμ δολοφονήθηκε το 1963 από αξιωματικούς που υποστήριζαν το Κόμμα Μπάαθ. (Daron Acemoglu & James A. Robinson, Ο Στενός Διάδρομος, σ. 490).
Με τον άλλο γιο του Χουσεΐν, τον Αμπντάλα, που είχε επαναστατήσει και κυρίευσε το Αμμάν, συνδιαλλάχθηκαν και τον έπεισαν να δεχθεί να αναλάβει ως εμίρης της Υπεριορδανίας, ενός τμήματος της Παλαιστίνης, ανατολικά του Ιορδάνη η οποία, αργότερα, μετά την προσάρτηση της Δυτικής Όχθης, μετονομάστηκε σε Χασεμιτικό Βασίλειο της Ιορδανίας. Το 1951 ένας νεαρός Παλαιστίνιός τον δολοφόνησε στην Ιερουσαλήμ. Ο γιος του, που τον διαδέχθηκε, εξέπεσε σύντομα από τον ιορδανικό θρόνο και τον διαδέχθηκε ο δεκαεφτάχρονος εγγονός του Αμπντάλα, Χουσεΐν το 1952. (Arthur Goldschmidt Jr., Aomar Boum, Ιστορία της Μέσης Ανατολής, σσ. 238. 326).
Ισραήλ – Παλαιστίνιοι
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Βρετανία, αποφασίζει να εγκαταλείψει την Εντολή και να φέρει το παλαιστινιακό ζήτημα ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών. Στις 29 Νοεμβρίου του 1947 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ υιοθετεί ψήφισμα που προβλέπει το διαμελισμό της Παλαιστίνης σε ένα εβραϊκό κράτος, με έκταση 12.000 χλμ. και σε ένα αραβικό κράτος και καθιστά την Ιερουσαλήμ νεκρή ζώνη. Το σχέδιο δεν έγινε αποδεκτό από τους Άραβες, ενώ οι εβραϊκές αρχές ετοιμάζονταν να πάρουν την εξουσία. Την ημέρα που έληγε η βρετανική Εντολή, οι Εβραίοι, με επικεφαλής τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν ανακηρύσσουν στις 14 Μαΐου 1948 στο Τελ Αβίβ τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ.
Την επόμενη ημέρα, ξέσπασε ο πρώτος αραβοϊσραηλινός πόλεμος, που τον διαδέχθηκαν και άλλοι στους οποίους το Ισραήλ βγαίνει νικητής και είχαν, ως αποτέλεσμα, τον πολλαπλασιασμό της εδαφικής του επικράτειας και την προσφυγοποίηση πέραν του ενός εκατομμυρίου Παλαιστινίων.
Σταθμός στην ιστορική πορεία του Ισραήλ ήταν ο πόλεμος με την Αίγυπτο, τη Συρία και την Ιορδανία, που άρχισε στις 5 Ιουνίου 1967 και κράτησε έξι ημέρες, γνωστός ως «ο πόλεμος των έξι ημερών». Όταν ο πόλεμος τερματίστηκε στις 10 Ιουνίου, το Ισραήλ είχε αποκτήσει μια εδαφική επικράτεια έξι φορές μεγαλύτερη από εκείνη που είχε έξι μέρες πριν. Μεταξύ των εδαφών που κατέκτησε, ήταν και η Δυτική Όχθη από την Ιορδανία.
Μετά τις εξελίξεις που σημειώθηκαν το 1967, οι Παλαιστίνιοι αναδεικνύονται ως ένας ξεχωριστός παράγοντας στην όλη αραβοϊσραηλινή σύγκρουση. Ο θυμός και η απογοήτευση των Παλαιστινίων, τους οδήγησε σε βίαιες εξεγέρσεις και διαδηλώσεις που μετεξελίχθηκαν στην Πρώτη Ιντιφάντα κατά τα χρόνια 1987-1993. Η «Ιντιφάντα» προέρχεται από την αραβική λέξη «ναφάντα», που σημαίνει απαλλαγή και, επί του προκειμένου, μεταφράζεται ως απελευθέρωση από την καταπίεση. Μετά από λίγα χρόνια εύθραυστης ειρήνης, η αντίσταση κατά της κατοχής παλαιστινιακών εδαφών οδήγησε και πάλι το 2000 σε έξαρση της βίας και στη Δεύτερη Ιντιφάντα.
Κάποιοι από τους εξτρεμιστές της Παλαιστινιακής Απελευθερωτικής Οργάνωσης (PLO), που σχηματίστηκε το 1964, προχώρησαν και συγκρότησαν τα μουσουλμανικά ένοπλα τρομοκρατικά κινήματα, τη Χεζμπολάχ και τη Χαμάς.
Η Χεζμπολάχ δρα στον Λίβανο. Ένα μεγάλο μέρος του νότιου τμήματος της χώρας και κάποια τμήματα της πρωτεύουσας Βηρυτού κατοικούνται αποκλειστικά από Σιίτες μουσουλμάνους, όπου κυριαρχεί η σιιτική εξτρεμιστική οργάνωση της Χεζμπολάχ, η οποία έχει τη στήριξη του σιιτικού Ιράν. Η Χεζμπολάχ από την 8/10/2023 και για ένα περίπου χρόνο δέχθηκε από το Ισραήλ μαζικές αεροπορικές επιδρομές και χερσαίες επιθέσεις στο νότιο Λίβανο που την αποδυνάμωσαν και την ανάγκασαν να υπογράψει συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, με αβέβαιο μέλλον.
Το ισλαμιστικό κίνημα της Χαμάς, που είναι στα πρότυπα της Χεζμπολάχ, έγινε κυρίαρχο στη Λωρίδα της Γάζας των 1,7 εκατομμυρίων Παλαιστινίων. Το αποκορύφωμα της τρομοκρατικής δράσης της Χαμάς ήταν οι άγριες επιθέσεις της που άρχισαν στις 7 Οκτωβρίου του 2023. Η αντίδραση του Ισραήλ εκδηλώθηκε με μια ευρείας κλίμακας επιχείρηση των αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεών του εναντίον των Παλαιστινίων της Γάζας, που διαρκεί για μήνες και έφτασε στα όρια της γενοκτονίας.
Επίσης, μετά την ισλαμική επανάσταση στο Ιράν το 1979, παρατηρούμε τη δημιουργία και δράση τζιχαντιστικών οργανώσεων, κυρίως στον χώρο της Μέσης Ανατολής, όπως η Αλ Κάιντα και, στη συνέχεια, το Ισλαμικό Κράτος. Τον Αύγουστο του 2014, συνασπισμός Δυτικών δυνάμεων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ξεκίνησε αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον του Ισλαμικού Κράτους σε Συρία και Ιράκ, που είχαν ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωσή του.
Έτσι, άρχισε η ιστορία του κράτους του Ισραήλ και, μαζί, το δράμα του Παλαιστινιακού Ζητήματος που συνεχίζεται και κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πότε θα κλείσει η αυλαία του.
Ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, ο Ι. Φ. Στόουν, αναφερόμενος στην αραβοϊσραηλινή διαμάχη ή στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, όπως αυτή διαμορφώθηκε, σχολίασε ότι «εάν ο Θεός είναι νεκρός, θα πέθανε προσπαθώντας να λύσει την αραβοϊσραηλινή σύγκρουση». (Tim Marshall, Prisoners of Geography (Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας), σ. 318).
Μέχρι την ευρωπαϊκή αποικιοποίηση, για τον περισσότερο κόσμο στη Μέση Ανατολή δεν υπήρχε η αντίληψη του όρου έθνους-κράτους, με νομικά κατοχυρωμένα σύνορα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διοικούνταν από την Κωνσταντινούπολη (Ιστανμπούλ). Η περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπως και όλης της επικράτειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχαν διαιρεθεί σε διοικητικές περιφέρειες, γνωστές ως «βιλαέτια», των οποίων τα όρια δεν είχαν ομοιότητα με τα σημερινά κράτη, αλλά η λογική της χάραξής τους βασιζόταν στο πού κατοικούσαν συγκεκριμένες εθνότητες ή φυλές ή θρησκευτικές ομάδες.
Όταν έφυγαν οι αποικιοκράτες, παρουσιάστηκαν δύο είδη κρατών στη Μέση Ανατολή: οι «πραγματικές χώρες» με μακρά ιστορία στην επικράτειά τους και ισχυρή εθνική ταυτότητα, όπως η Αίγυπτος, η Τυνησία, το Μαρόκο και το Ιράν, και εκείνες που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «φυλές με σημαίες», ή « τεχνητά κράτη», με αυθαίρετα σύνορα, που έχουν τραβηχτεί από τις γραφίδες των αποικιακών δυνάμεων και είχαν ελάχιστες σχέσεις με τις υφιστάμενες πολιτικές δομές. Οι φυλές και οι σέκτες, που απαρτίζουν αυτά τα «τεχνητά κράτη», επί μακρόν κρατούνταν ενωμένες κάτω από τη σιδερένια γροθιά των αποικιακών δυνάμεων, των μοναρχών ή των στρατιωτικών δικτατόρων. Δεν έχουν πραγματικούς «πολίτες» με τη σύγχρονη έννοια του όρου.
Το Ιράκ είναι το κατεξοχήν παράδειγμα του τεχνητού έθνους-κράτους της Μέσης Ανατολής. Οι Οθωμανοί, οργάνωσαν τη διακυβέρνηση της περιοχής που βρίσκεται στο σημερινό Ιράκ, χωρίζοντάς την σε τρεις διοικητικές περιφέρειες, τη Μοσούλη, τη Βαγδάτη και τη Βασόρα (Al Basrah). Οι Βρετανοί αποικιοκράτες αντί να χωρίσουν την περιοχή, όπως οι προηγούμενοι, συνένωσαν τις τρεις περιοχές σε μια. Ο συνδυασμός της Μοσούλης με τη Βαγδάτη και τη Βασόρα, δημιούργησε μια επικράτεια που παρουσίαζε οικονομικό ενδιαφέρον για τους Βρετανούς, διότι αποτελούσε την κοιλάδα των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη.
Πέραν τούτου, υπάρχει, στο βορειοανατολικό τμήμα μια συμπαγής περιοχή των Κούρδων, που αριθμεί 5 εκατομμύρια και είναι ενωμένη με τις αντίστοιχες περιοχές στην Τουρκία, τη Συρία και το Ιράν.
Παρόμοια είναι και η περίπτωση της Συρίας. Η Συρία είναι ακόμα ένα θρησκευτικά και φυλετικά πολυσυλλεκτικό κράτος. Η χώρα αποτελείται, στην πλειοψηφία της, κατά 70% περίπου, από Σουνίτες μουσουλμάνους. Μεταξύ των μειονοτήτων, κατά το πλείστον θρησκευτικών, περιλαμβάνονται και οι Αλεβίτες, που σημαίνει «το ποίμνιο του Αλί». Ο πληθυσμός τους ανέρχεται στο 12% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Πολλοί Σουνίτες δεν τους θεωρούν μουσουλμάνους. Η φατρία των Άσαντ, από την οποία προέρχεται ο πρόεδρος Μπασάρ αλ-Άσαντ, είναι αλεβιτική. Η οικογένεια των Άσαντ κυβερνούσε τη χώρα από τότε που ο πατέρας του Μπασάρ, ο Χαβέζ αλ-Άσαντ ανέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία το 1970. Το 1982 ο Χαβέζ συνέτριψε μια σουνιτική εξέγερση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, σκοτώνοντας περί τις 30 χιλιάδες ανθρώπους μέσα σε μερικές ημέρες. (Tim Marshall, Prisoners of Geography (Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας), σ. 211).
Το καθεστώς Άσαντ, παρά τα προβλήματα που είχε με τις ένοπλες εξεγέρσεις των αντιπολιτευτικών δυνάμεων, δεν αντιμετώπιζε άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης, για όσο καιρό είχε την ισχυρή υποστήριξη του Ιράν και της Ρωσίας. Τις κυβερνητικές δυνάμεις της Συρίας υποστήριζε και η οργάνωση Χεζμπολάχ του Λιβάνου. Επίσης, ο κίνδυνος απόσχισης της περιοχής η οποία κατοικείται από Κούρδους, που υπήρχε όταν οι κουρδικές δυνάμεις πήραν υπό τον έλεγχό τους μέρος της, φαινόταν ότι έχει απομακρυνθεί μετα την επέμβαση του τουρκικού στρατού το 2018.
Το καθεστώς Άσαντ κατέρρευσε στις 8 Δεκεμβρίου 2024 όταν οι επαναστατικές ένοπλες δυνάμεις κατέλαβαν τη Δαμασκό. Η πτώση του αιμοσταγούς τυραννικού καθεστώτος της οικογένειας Άσαντ, που διήρκησε 54 χρόνια, ήταν αναμενόμενη. Η απορρόφηση της Ρωσίας στον πόλεμο με την Ουκρανία – στην ουσία με τη Δύση – και τα κτυπήματα που δέχθηκε η Χεζμπολάχ από το Ισραήλ αποδυνάμωσαν στρατιωτικά το καθεστώς και το άφησαν, ουσιαστικά, χωρίς συμμάχους, ενώ οι αντάρτες ανασυγκροτήθηκαν και κατάφεραν να προσαρμοστούν και να αλλάξουν την ταυτότητά τους. Οι αντάρτες είχαν την υποστήριξη της Τουρκίας, καθώς ενδιαφέρεται να εγκατασταθεί στη Δαμασκό μια κυβέρνηση επιρροής της. Επίσης, εποφθαλμιά να προσαρτήσει μια έκταση στη βόρεια Συρία. Επικεφαλής των επαναστατών που κατέλαβαν την εξουσία είναι ο τζιχαντιστής Άχμαντ αλ Σαράα, περισσότερο γνωστός ως Αμπού Μοχάμαντ αλ Τζολανί.
Το ερώτημα, που τώρα προβάλλεται, είναι το πώς θα συμπεριφερθούν από εδώ και πέρα οι νέοι ηγέτες της Συρίας και αν η χώρα αυτή θα δει μια ιστορική ομαλή μετάβαση εξουσίας, ή η Δαμασκός θα μετατραπεί σε αυτό που έγινε η Βαγδάτη μετά την πτώση του καθεστώτος Σαντάμ Χουσεΐν. Ένα χάος!
Άλλη περίπτωση, είναι αυτή του Λιβάνου. Μέχρι τον εικοστό αιώνα, οι Άραβες της περιοχής θεωρούσαν την έκταση μεταξύ των βουνών του Λιβάνου και της θάλασσας ως προέκταση της Συρίας. Όμως, οι Γάλλοι, στον έλεγχο των οποίων πέρασε η περιοχή μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αντίκρυζαν τα πράγματα διαφορετικά. Οι Γάλλοι δημιούργησαν για τους χριστιανούς Άραβες της περιοχής, τους Μαρωνίτες, μια χώρα στην περιοχή που τη δεκαετία του 1920 φαινόταν να αποτελούν την πλειονότητα του πληθυσμού. Οι Γάλλοι έδωσαν σ’ αυτή τη χώρα το όνομα των γειτονικών βουνών και, έτσι, δημιουργήθηκε ο Λίβανος. Ο Λίβανος ακολούθησε, έκτοτε, με τη γαλλική προστασία, μια διαφορετική πορεία σε σχέση με τη Συρία.
Τα δημογραφικά δεδομένα άλλαξαν τη δεκαετία του 1950, με την αύξηση, με γοργούς ρυθμούς, του αριθμού των γεννήσεων των Σιιτών και Σουνιτών μουσουλμάνων και τη μαζική εισροή Παλαιστινίων μετά τον αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1948. Έκτοτε, έχουν σημειωθεί στον Λίβανο αρκετές συρράξεις μεταξύ των Μαρωνιτών χριστιανών και των μουσουλμάνων. Αξιοσημείωτος είναι ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος του 1958. Δραματικές προεκτάσεις είχε ο εμφύλιος πόλεμος της περιόδου 1975-1990. Σήμερα, ο Λίβανος δίνει την εντύπωση ενιαίου κράτους μόνο αν τον κοιτάξεις πάνω στον χάρτη. Ο στρατός του Λιβάνου υφίσταται μόνο στα χαρτιά.
(Φιλελεύθερος, 22/12/2024)