Όπως και κάθε χρόνο, έτσι, και φέτος ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά για τις δυο εθνικές μας Επετείους,  που γιορτάσαμε πριν λίγες μέρες. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην 200ή Επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Στους Πανηγυρικούς, στα Μηνύματα, στα Διαγγέλματα και στις αρθρογραφίες, γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά για τα κατορθώματα των αγωνιστών, εμπλουτισμένα, αρκετά από αυτά, με μύθους. Φωτεινή εξαίρεση υπήρξε η αξιόλογη ομιλία του εγνωσμένου κύρους Κύπριου ιστορικού και μέλους της Ακαδημίας Αθηνών Πασχάλη Κιτρομηλίδης.

Αν ο σκοπός αυτών των εορτασμών είναι να εμφυσήσουν στον λαό εθνική έξαρση και ανάταση, για να ενδυναμώσουν το φρόνημά του, έχω την άποψη ότι ο σκοπός αυτός δεν επιτυγχάνεται με τέτοιου είδους εορτασμούς. Το εθνικό φρόνημα δεν προάγεται με την άκριτη προγονολατρεία, για ικανοποίηση του πλέγματος της υτοδοξολόγησης, που μας διακατέχει. Ήλθε ο καιρός, νομίζω, να γιορτάζουμε τις εθνικές μας επετείους με ένα διαφορετικό τρόπο. Με περισυλλογή και ενδοσκόπηση, ώστε να μπορέσουμε να αποκτήσουμε κάποτε, ιστορική αυτογνωσία. Η έλλειψη ιστορικής αυτογνωσίας συμβάλλει στη δημιουργία ενός αρρωστημένου εθνικισμού, που βασίζεται στο ψέμα. Η παραπλανητική εξιδανίκευση προσώπων και γεγονότων, με τη συνδρομή αποσιωπήσεων,  μπορεί να καλλιεργεί ευχάριστες αυταπάτες, αλλά, παράλληλα, οικοδομεί τη μισαλλοδοξία. Ένας λαός ο οποίος έχει ιστορική αυτογνωσία διαπνέεται και από υγιή πατριωτισμό. Όταν η εθνική  ταυτότητα ενός λαού διαμορφώνεται στη βάση μύθων, ο πατριωτισμός του στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια. «Eθνικόν είναι ό,τι είναι αληθές» μας διδάσκει ο Διονύσιος Σολωμός. Θα πρέπει να θυμόμαστε αυτή τη φράση κάθε φορά που ο εθνικός φανατισμός και η ιστορική  τύφλωση και μυθολογία,  μας οδηγούν σε απώλεια του κριτικού πνεύματος.

Ήλθε ο καιρός, να αφήνουμε την ιστορία, όπως αυτή καταγράφεται από την επιστήμη, να μας καθοδηγεί, ώστε να αντλούμε μεν δυνάμεις από την ένδοξη δράση των προγόνων μας, αλλά και να παραδειγματιζόμαστε από τα λάθη τους, για να μην τα επαναλάβουμε στο μέλλον.

Να μάθουμε, για παράδειγμα, για  τους εμφύλιους αλληλοσπαραγμούς  που μας οδήγησαν σε εθνικές τραγωδίες. Η διχόνοια μεταξύ των επαναστατών του 1821, που έφτασε σε σημείο εμφύλιας σύγκρουσης, σε συνδυασμό με τις επιτυχίες των Τουρκικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο,  στην Αθήνα και στο Μεσολόγγι,  οδηγούσε την επανάσταση στα πρόθυρα της  κατάρρευσης. H εξέγερση, που άρχισε το 1821, είχε ουσιαστικά κατασταλεί και μόνο μικρές εστίες αντίστασης απέμεναν, οι οποίες ήταν θέμα χρόνου να σβήσουν και αυτές, όταν ήλθε η απρόσμενη ώρα της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης, προφανώς, όχι από φιλελληνισμό, αλλά για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων, που διαφορετικά ήταν  στην αρχή της επανάστασης, όταν ενωμένες, ως «ιερή συμμαχία», με πρωτοστάτες τους Αυστριακούς υπό την ηγεσία του Μέτερνιχ, την αποκήρυξαν.

Να μάθουμε για το πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος, του οποίου τις συμβουλές παρακούσαμε εδώ, στην Κύπρο, το 1931, κατόρθωσε να διπλασιάσει την εδαφική επικράτεια της Ελλάδας, συνταυτίζοντας τα συμφέροντά της με αυτά των ισχυρών της περιοχής. Να μάθουμε για τα πραγματικά αίτια και αιτιατά της Μικρασιατικής καταστροφής.

Να μάθουμε, τέλος, για τα αίτια του σημερινού τραγικού καταντήματος του Κυπριακού. Ας μου επιτραπεί να επεκταθώ στο θέμα τούτο. Βέβαια,  μέσα στα πλαίσια του διαθέσιμου χώρου, που προσφέρει η φιλοξενούσα εφημερίδα.

Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, που ανέδειξε ηρωικές μορφές παγκόσμιας εμβέλειας, όπως αυτήν του Κυριάκου Μάτση, είχε άδοξο τέλος, γιατί αγνοήθηκαν από την άπειρη εθνική μας ηγεσία αδυσώπητες γεωπολιτικές πραγματικότητες και, κυρίως, γιατί υποτιμήθηκε ή δεν αντιμετωπίστηκε σωστά ο τουρκικός παράγοντας

Η Ελλάδα βρισκόταν την εποχή εκείνη σε σχέση άμεσης εξάρτησης  από τον δυτικό κόσμο. Είναι πολύ εύγλωττα τα πιο κάτω, που σύμφωνα με ένα έγγραφο, ημερ. 20/6/1950, του ελληνικού προξενείου της Ελλάδας στη Λευκωσία, ο Γεώργιος Παπανδρέου είπε στο δήμαρχο της Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, με τον όποιο συνδεόταν φιλικά: «Ή Ελλάς αναπνέει σήμερον με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν τον δε αμερικανικόν και δι’ αυτό δεν ημπορεί, λόγω του Κυπριακού, να κινδυνεύσει να πάθει από ασφυξίαν». Η  Ελληνική Κυβέρνηση, με απροθυμία και κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης, ενέδωσε τελικά στο αίτημα της Εθναρχίας για διεθνοποίηση του Κυπριακού ζητήματος και κατέθεσε  την πρώτη προσφυγή στον Ο.Η.Ε.

Αλλά και οι διεθνείς συγκυρίες κάθε άλλο παρά προδιάγραφαν ευνοϊκή πορεία στον Κυπριακό απελευθερωτικό αγώνα.  Ό στρατηγικός χώρος της Κύπρου, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή του Ατλαντικού Συμφώνου στις 4 Απριλίου 1949, άρχισε να αποκτά ξεχωριστή σημασία. Τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, για τα συμφέροντα των Δυτικών χωρών, επαύξησαν η αγγλοπερσική κρίση του Ιουνίου του 1951, με την κρατικοποίηση της αγγλοϊρανικής εταιρείας πετρελαίων, η αποκήρυξη στις 16 Οκτωβρίου 1951 από την Αίγυπτο της αγγλοαιγυπτιακής συνθήκης του 1936, και, κυρίως,  η εθνικοποίηση στις 26 Ιουλίου 1956 της Διώρυγας του Σουέζ.  Επίσης, με την υπογραφή στις 24 Φεβρουαρίου 1955 από τη Μεγάλη Βρετανία, την Τουρκία, το Πακιστάν και το Ιράν, του Συμφώνου της Βαγδάτης και τη σύσταση, τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1959, του ΣΕΝΤΟ, με έδρα την Άγκυρα, η στρατηγική θέση της Τουρκίας αναβαθμίστηκε σημαντικά. Οι εταίροι της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας απέβλεπαν στην Τουρκία ως τον προμαχώνα για την αστυνόμευση της Μέσης Ανατολής και την υπεράσπιση του Δυτικού κόσμου έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, και σαν το προπύργιο για τον έλεγχο των πετρελαιοπηγών.

Το ενδιαφέρον της Άγκυρας για την Κύπρο υπήρχε πάντοτε και φανερώθηκε μόλις εκδηλώθηκε η  έντονη έκφραση του ελληνικού  αλυτρωτισμού  στην Κύπρο. Ήδη,  το 1954  ο τότε Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Mehmed Fuat Koprulu είχε δηλώσει, πως η Κύπρος πρέπει να «επανέλθει» στην Τουρκία, γιατί αποτελεί «γεωγραφική επέκτασή» της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Αγγλία εκμεταλλεύτηκε το εκδηλωθέν ενδιαφέρον της Τουρκίας,  γιατί τούτο τη βοηθούσε στην  επιδίωξή της να μετατρέψει ένα αποικιακό πρόβλημα σε διμερές ελληνοτουρκικό ζήτημα και, έτσι, να εξουδετερώσει την αξίωση αυτοδιάθεσης της πλειονότητας του κυπριακού πληθυσμού.

Έτσι, η Κύπρος κινδύνεψε να διχοτομηθεί-μάλλον να τριχοτομηθεί- το 1958, με το σχέδιο Μακμίλλαν. Διεθνείς συγκυρίες ευνόησαν τη ματαίωση του σχεδίου και οδήγησαν στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, με βάση τις οποίες αποκτήσαμε  την κολοβωμένη ανεξαρτησία μας.

Για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το 1963 και οδήγησαν στην κατάρρευση του κράτους, που πρόβλεπαν οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, μεγάλη ευθύνη φέρει η ηγεσία των Ελληνοκυπρίων  με τα περίφημα «13 Σημεία» και το ακατανόητο «σχέδιο Ακρίτας» της «Οργάνωσης» του Πολύκαρπου Γιωρκάτζη, για το οποίο ήταν ενήμερος ο Μακάριος, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από μια επιστολή που απέστειλε ο ίδιος στον Γεώργιο Παπανδρέου στις 1/3/1964. Το «σχέδιο Ακρίτας» απέβλεπε στην μονομερή κατάργηση του Συντάγματος. Το ίδιο επεδίωκε και ο Μακάριος. Θα αρκεστώ να αναφερθώ στην προαναφερθείσα επιστολή του προς τον τότε πρωθυπουργό της Ελλάδας Γεώργιο Παπανδρέου, ημερομηνίας 1.3.1964 στην οποία ο Μακάριος τόνιζε, πως στόχος του  ήταν «η κατάλυσις των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, δια να δύναται αδεσμεύτως ο ελληνικός κυπριακός λαός εν συνεννοήσει μετά της μητρός πατρίδος να καθορίση το μέλλον του». Κι ανέφερε προσέτι, ότι υπέγραψε «εκ μέρους των Ελλήνων της Κύπρου» τις συμφωνίες αυτές, επειδή  «ουκ ην άλλως γενέσθαι. Ουδ' επί στιγμήν όμως επίστευσα, ότι αι συμφωνίαι θα απετέλουν μόνιμον καθεστώς...». (Άγγελος Βλάχος, Δέκα Χρόνια Κυπριακού, σελίδες 288-289). 

Το ζήτημα των χωριστών Δήμων, που προβλεπόταν  στο Σύνταγμα, υπήρξε  η κυρία αιτία να ανατιναχθεί το οικοδόμημα των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, παρά το ότι στη συνάντηση που έγινε στις 29/1/1959 στην κατοικία του Έλληνα Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, κατά την οποία τηρήθηκαν λεπτομερή πρακτικά, παραδόξως, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Μητροπολίτης Κιτίου, όχι μόνο  συγκατένευσαν, αλλά και υποστήριξαν την ιδέα να δημιουργηθούν χωριστοί δήμοι, ελληνικοί και τουρκικοί, στις πέντε κυριότερες πόλεις, όπως ήταν το τουρκικό αίτημα. Επιχείρημα τους ήταν ότι αν οι δήμοι ήσαν κοινοί, τότε οι Ελληνοκύπριοι θα υφίσταντο μεγάλη οικονομική επιβάρυνση προς όφελος των Τουρκοκυπρίων. (Ευάγγελος  Αβέρωφ – Τοσίτσας, Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών (Κυπριακό, 1950 – 1963), Τόμος Β΄, σελίδες 168-176).

Οι ενέργειες της ηγεσίας μας, υποβοήθησαν τα σχέδια που είχε, ήδη, καταστρώσει η Τουρκία, για διχοτόμηση της Κύπρου. Η τουρκική πλευρά,  θεωρούσε σαν δεδομένο το ανεφάρμοστο των Συμφωνιών και αναγκαία την προετοιμασία για επιβολή της θέσης της για διχοτόμηση της νήσου. Πριν ακόμη εγκαθιδρυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία και, συγκεκριμένα, στις18/10/1959, συνελήφθηκε το τουρκικό πλοιάριο «Ντενίζ», σε περιοχή έξω από τη χερσόνησο της Καρπασίας, που μετέφερε από την Τουρκία όπλα για τους Τουρκοκύπριους εξτρεμιστές της ΤΜΤ. Πολιτική μας, έπρεπε να ήταν η προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως αυτή προβλεπόταν στις Διεθνείς Συνθήκες και όχι οι ακροβασίες που προανέφερα. Σχετικό απόρρητο έγγραφο του βρετανικού υπουργείου των εξωτερικών ημερομηνίας 1ης Οκτωβρίου 1963 αναφέρει: «Έχουμε λογούς να υποθέσουμε ότι η τουρκική κυβέρνηση όχι μόνο φαίνεται να ανέχεται την κίνηση του Μακάριου για μονομερή δράση για τροποποιήσεις του Συντάγματος, αλλά, ίσως, και να την καλωσορίζουν, καθώς μάλλον μια τέτοια ενέργεια θα τους δημιουργήσει τις προϋποθέσεις, οι οποίες θα τους δώσουν την ευκαιρία να εφαρμόσουν τα σχέδια τους για τη διχοτόμηση της Κύπρου διά της βίας». (Μιλτιάδης Χριστοδούλου, Κύπρος, η Διχοτόμηση, μια πορεία χωρίς επιστροφή, σελ 66).

Θα έπρεπε, τότε,  η ελληνοκυπριακή ηγεσία, για να αποτρέψει του σχεδιασμούς της Τουρκίας, να επιδοθεί σε μια προσπάθεια δημιουργίας κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εκτίμησης με τους Τουρκοκύπριους, η οποία θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί με οικονομικά, κοινωνικά και διοικητικά μέτρα, πού δεν θα επέτρεπαν στον εξτρεμιστή Ντενκτάς και την ΤΜΤ να αλωνίζουν. Τούτο, όμως,  χρειαζόταν ευρύτητα πνεύματος, επιδεξιότητα και σθένος, αλλά και διορατικότητα. Τα στοιχεία αυτά,  έλειψαν εντελώς από την ελληνική κυπριακή ηγεσία. Τώρα, είναι, πια, αργά, με  τον εποικισμό των κατεχομένων, για μια συνεργασία με τους Τουρκοκύπριους. Για μια ακόμη φορά αποδειχθήκαμε επιμηθείς.

Αντιλαμβάνομαι πλήρως τη μεγάλη δυσκολία που υπάρχει να πεισθεί ο μέσος Ελληνοκύπριος για τη σωστή ιστορική αξιολόγηση των γεγονότων εκείνων. Οποιαδήποτε προσπάθεια για παρουσίαση της ιστορικής αλήθειας, θα εξουδετερωθεί από τη «συμμορία της ημιμάθειας», που καταδυναστεύει τα κέντρα, κρατικά και μη, που έχουν ταχθεί να προσφέρουν σωστή παιδεία στους πολίτες και υγιές εθνικό φρόνημα. Πέραν τούτου, τα τελευταία χρόνια έχουμε κατακλυσθεί από «Ιδρύματα» και «Ινστιτούτα» στο όνομα αποβιωσάντων πολιτικών και επιστρατεύθηκαν «ιστορικοί» για να γράψουν καθ’  υπαγόρευση και να δικαιώσουν και εξιδανικεύσουν τα πρόσωπα, το όνομα των οποίων φέρουν αυτά τα  σώματα. Άλλοι, που αναμίχθηκαν στα γεγονότα, έχουν γράψει τη δική τους ιστορία, με σκοπό την «αυτοδικαίωσή» τους. Τέλος, υπάρχουν και αυτοί που γράφουν για να γίνουν αρεστοί στους διάφορους διαπλεκόμενους φορείς εξουσίας.

Έτσι, στους τόσους μύθους, από τους οποίους είναι διαποτισμένη η εθνική μας ιστοριογραφία, θα προστεθούν και άλλοι.

(Φιλελεύθερος, 4/4/2021)