Το ανεκπλήρωτο όραμα της Φιλικής Εταιρείας

Την όλη οργάνωση του μεγαλεπήβολου εγχειρήματος, για αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, ανάλαβε η Φιλική Εταιρεία. Προηγήθηκε, το 1770, η πρώτη εξέγερση,  με ηγέτη το Ρήγα Φεραίο, η οποία είχε άδοξο τέλος. Ο Ρήγας Φεραίος, Βλάχος την καταγωγή, ονειρεύτηκε μια πολυεθνική Βαλκανική ομοσπονδία αυτόνομων Χριστιανικών κρατών, της οποίας η επίσημη γλώσσα και εκκλησία θα ήταν η Ελληνική. Ο Ρήγας Φεραίος, στα επαναστατικά και πολιτικά κείμενά του, απευθύνεται σε όλους τους βαλκανικούς λαούς, «Έλληνες, Βουλγάρους, Αλβανούς, Αρμένιους, Βλάχους, Τούρκους».  ­ Τους θεωρεί ίσους και συγκυρίαρχους, «χωρίς κανέναν ξεχωρισμόν θρησκείας (επειδή όλοι πλάσματα του Θεού είναι και τέκνα του πρωτοπλάστου)»... «χωρίς ξεχωρισμόν γλώσσης ή διαλέκτου». (Μάριος Πλωρίτης, «Γνήσιοι» και «Γραικύλοι», στο «Βήμα» των Αθηνών, ημερ. 7/6/1998).

Tον Σεπτέμβριο του 1814, στην Oδησσό, έλαχε σε τρεις νεαρούς εμπόρους ή εμποροϋπαλλήλους,  να ρίξουν την ιδέα και να θεμελιώσουν το «επαναστατικό κόμμα» που το ονόμασαν, στην αρχή, «Eταιρεία των Φιλικών» και, αργότερα, «Φιλική Eταιρεία». Tο επίθετο «φιλική» μάλλον προέρχεται από τον ευρωπαϊκό φιλελεύθερο μασονισμό. Oι τρεις αυτοί  έμποροι ή εμποροϋπάλληλοι ήταν: ο Nικόλαος Σκουφάς από την Άρτα, 35 ετών, ο Aθανάσιος Tσακάλωφ από τα Iωάννινα, 26 ετών, και ο Eμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο, μεγαλύτερος από τους άλλους, 40 ετών.  Aργότερα, σ’ αυτόν τον ιδρυτικό πυρήνα των τριών, που αποτελούσαν τη μυστηριώδη «Aνωτάτη Aρχή», προστέθηκαν ο Aνθιμος Γαζής, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο Παναγιώτης Σέκερης, ο Nικόλαος Πατσιμάδης, ο Γεώργιος Λεβέντης και ο A. Kομιζόπουλος.

Aπό την πρώτη μέρα της ίδρυσής της, η οργάνωση ήταν επαναστατική, παράνομη, μυστική και συνωμοτική. Είχε, ως κύριο και αποκλειστικό σκοπό, να συνενώσει τους Έλληνες, να τους οργανώσει σε ένα είδος μυστικού επαναστατικού στρατού για να εξεγερθούν, να πολεμήσουν τον Tούρκο δυνάστη. Η ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας προσφέρθηκε αρχικά στον Κόμητα Ιωάννη Καποδίστρια, ένα Κερκυραίο, που υπηρέτησε σε υψηλά αξιώματα στη διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας και είχε ισχυρή επιρροή στην τσαρική αυλή. Όταν αυτός απόρριψε την προσφορά, η ηγεσία δόθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, υπασπιστή του Τσάρου, του οποίου η οικογένεια προερχόταν από τους «οσποδάρους» της Μολδαβίας και της Βλαχίας, όπως αποκαλούνταν στη Σλαβική γλώσσα οι τοπικοί ηγεμόνες στις χώρες αυτές.

Tο ερώτημα, που τίθεται συχνά και σήμερα, είναι ποια σχέση είχαν τα σχέδια και οι αντιλήψεις των Φιλικών με την τελική διαμόρφωση των επαναστατικών γεγονότων στην κυρίως Eλλάδα και τα οποία, τελικά, οδήγησαν στην ίδρυση του ανεξάρτητου νεοελληνικού  κρατιδίου. Αυτή ήταν, πραγματικά, η επιδίωξη των Φιλικών ή αυτό ήταν το αποτέλεσμα απροσδόκητων και τυχαίων γεγονότων και συγκρούσεων, αποτέλεσμα που κανένας δεν το σχεδίασε και δεν το επιδίωξε; Oι ιδρυτές και τα πρώτα στελέχη της Φιλικής Eταιρείας, σχεδόν εξαφανίσθηκαν κατά την Eπανάσταση και μετά. Δεν είχαν σημαντική συμμετοχή στα επαναστατικά γεγονότα και, κατόπιν, στην οργάνωση του νέου κράτους. O Σκουφάς είχε ήδη πεθάνει το 1818. Oι άλλοι, εκτός από τον Τσακάλωφ, έζησαν, λησμονημένοι και πάμφτωχοι, στην ελεύθερη πατρίδα.  Ο Tσακάλωφ πολύ νωρίς εγκαταστάθηκε στη Mόσχα, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του και πέθανε χωρίς ποτέ να μιλήσει ή να αφήσει κάποιο γραπτό. Υπάρχει η άποψη, που υποστηρίζει, ότι οι Φιλικοί θεωρούσαν ότι καταλληλότερος τόπος για την εξέγερση ήταν η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Κωνσταντινούπολη. Μια εξέγερση στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα ήταν εθνικοαπελευθερωτική, δεν θα είχε σκοπό την απελευθέρωση ενός λαού και την ανεξαρτησία μιας περιοχής, αλλά την ανατροπή ολόκληρης της πολυεθνικής και αχανούς αυτοκρατορίας, με κινητήρια δύναμη το ελληνικό στοιχείο,  ιδιαίτερα ισχυρό στην οθωμανική πρωτεύουσα.

Tελικά, η ιστορία γράφτηκε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα και στα Nησιά. Eκεί διαμορφώθηκε το «έθνος» και συγκροτήθηκε το «εθνικό κράτος» από ελληνόφωνους, αρβανιτόφωνους και βλαχόφωνους χριστιανούς. Mικρό και μίζερο κρατίδιο, εξαρτημένο από τις «Δυνάμεις», που δεν μπορούσε να προσφέρει στο διασκορπισμένο σε όλη την οθωμανική επικράτεια «Γένος των Ρωμιών» τη λύτρωση.

Η επανάσταση στη Πελοπόννησο άρχισε στις 23 του Μάρτη του 1821 στην Καλαμάτα και όχι στις 25 του Μάρτη στη Μονή της Αγίας Λαύρας από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, όπως λέγει ένας από τους πολλούς ιστορικούς μύθους.

Στον ένοπλο αγώνα κατά των Τούρκων μετείχαν ποικίλων εθνοτικών προελεύσεων κάτοικοι του ευρύτερου γεωγραφικού χώρου, των οποίων η εθνική συνείδηση βρισκόταν εν πολλοίς στο στάδιο της διαμόρφωσης. Η καταγωγή αρκετών πρωταγωνιστών της Επανάστασης (Αρβανίτες της Ύδρας και των Σπετσών, Σουλιώτες, Βλάχοι, σλαβόφωνοι κ.ά.) βεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές. Ο Θεόδωρος Πάγκαλος σε ένα άρθρο του στην «Καθημερινή», αφού καταγράφει την αλβανική του καταγωγή,  αναφέρει ότι τα αρβανίτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο Κουντουριώτης, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Μπουμπουλίνα, ο Μπότσαρης, οι Σουλιώτες και πολλοί άλλοι. (Θεόδωρος Πάγκαλος, Οι Αρβανίτες στην Αττική και η συμβολή τους στην εθνική παλιγγενεσία, στην «Καθημερινή» των Αθηνών, ημερ. 24/3/2007).

Όλοι αυτοί οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης, ανήκαν στο «Γένος των Ρωμιών», μια θρησκευτική, κατά κύριο λόγο,  σύνθεση, με εθνοτική και γλωσσική ποικιλότητα, που  είχε σχηματιστεί στα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Η συλλογική ταυτότητα που τους συνέδεε ήταν θρησκευτική. Υπάγονταν, υπό την ηγεσία του Πατριάρχη, στο «μιλλέτ των Ρωμιών» (millet Rum), ένα από τα μιλλέτια στα οποία υπάγονταν οι «ραγιάδες» (κοπάδια), οι υπόδουλοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.   Οι Έλληνες, οι «Γραικοί», ήταν το μέρος του «Γένους» που τους συνέδεε η Ελληνική γλώσσα. Το φαινόμενο αυτό της συλλογικής θρησκευτικής ταυτότητας, απαντάται και στους άλλους Βαλκανικούς λαούς. Όλα τα Βαλκάνια ήταν μια εθνοτική πανσπερμία. Όμως, οι λαοί τους ζούσαν μέσα στην αντίληψη της ενιαίας ορθόδοξης χριστιανικής κοινωνίας. Αργότερα, ο εθνικισμός δημιούργησε και γι αυτούς τα «έθνη» τους. (Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες» και απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια, στο Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 2003).

Η έκβαση της Επανάστασης. Η δημιουργία του Ελληνικού κράτους

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 συνέπεσε με την εποχή που άρχισε η μεγάλη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, η έναρξή της συνέπεσε με μια ιστορική συγκυρία η οποία συνέβαλε σημαντικά στις πρώτες επιτυχίες των επαναστατών. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ είχε επιλέξει εκείνη την περίοδο να εκστρατεύσει,  με στρατεύματα από το Μοριά υπό την ηγεσία του αδίστακτου και έμπειρου διοικητή του Χουρσίτ Πασά, εναντίον του ανυπότακτου Αλή Πασά των Ιωαννίνων με σκοπό τη συντριβή του. Τούτο, είχε ως αποτέλεσμα τα φρούρια του Μοριά να παραμείνουν σχετικά ανυπεράσπιστα και έτσι οι Έλληνες επαναστάτες μπόρεσαν να καταλάβουν τις περισσότερες φρουρές τους. Παράλληλα, οι Έλληνες επαναστάτες των νησιών είχαν τεράστιες επιτυχίες, καταλαμβάνοντας τα Ψαρά και την Ύδρα.

Όμως. οι πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες δεν έγινε κατορθωτό να αξιοποιηθούν, γιατί το σαράκι της διχόνοιας άρχισε να κατατρύχει το σώμα της επανάστασης. Η διχόνοια μεταξύ των επαναστατών,  που έφτασε σε σημείο εμφύλιας σύγκρουσης, σε συνδυασμό με τις επιτυχίες των Τουρκικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο,  τις Αθήνες και το Μεσολόγγι,  οδηγούσε την επανάσταση στα πρόθυρα της  κατάρρευσης. 

H εξέγερση που άρχισε το 1821 είχε ουσιαστικά κατασταλεί και μόνο μικρές εστίες αντίστασης απέμεναν, οι οποίες ήταν θέμα χρόνου να σβήσουν και αυτές, όταν τον Ιούλιο του 1827 οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι αποφάσισαν πως ήταν καιρός να αποκτήσουν οι Έλληνες την αυτονομία τους. Μετά από έξι χρόνια αιματοχυσίας, ήλθε η απρόσμενη ώρα της επέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης οι οποίες στην αρχή της επανάστασης,  ενωμένες ως «ιερή συμμαχία» με πρωτοστάτες τους Αυστριακούς υπό την ηγεσία του Μέτερνιχ, την αποκήρυξαν. Αρχικά, η σκέψη ήταν όπως οι Έλληνες αποκτήσουν όχι την ανεξαρτησία τους αλλά, με αντάλλαγμα την πληρωμή ετήσιου φόρου υποτελείας στο Σουλτάνο, μια αυτονομία στη διαχείριση των εσωτερικών τους ζητημάτων.  Με βάση τη συνθήκη του Λονδίνου τον Ιούλιο του 1827, η Βρετανία, η Ρωσία και η Γαλλία πρόσφεραν τη μεσολάβησή τους στην Πύλη για να αποδεχθεί τα πιο πάνω. Αν αυτή απορριπτόταν, οι τρεις Δυνάμεις επεφύλασσαν στους εαυτούς τους το δικαίωμα να εγκαθιδρύσουν διεθνείς σχέσεις με τους Έλληνες, με ανταλλαγή πρεσβευτών και αναγνώριση Ελληνικού ανεξάρτητου κράτους που θα περιλάμβανε τις επαναστατημένες περιοχές. Ενώ, οι Έλληνες αποδέχθηκαν τη διευθέτηση που πρόβλεπε η συνθήκη, ο Σουλτάνος αρνήθηκε ακόμη και να τη συζητήσει.

Σταθμό στην περαιτέρω εξέλιξη και επιτυχή κατάληξη του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων ήταν η αναπάντεχη συντριβή, στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, του στόλου του Ιμπραήμ, από το στόλο των τριών Δυνάμεων, που είχε σπεύσει εκεί για να πείσει τον Σουλτάνο να αποδεχθεί την ανακωχή, όπως πρόβλεπε η συνθήκη του Λονδίνου. Ήταν η χειρότερη ναυτική καταστροφή που έβρισκε την Οθωμανική Αυτοκρατορία από τον καιρό της ναυμαχίας της Ναυπάκτου. Ακολούθησε ένας νέος πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ο οποίος  κατέληξε στη Συνθήκη της Αδριανούπολης. Κατά τον μεγάλο Άγγλο πολιτικό Γλάδστωνα, η Συνθήκη της Αδριανούπολης υπήρξε «το διεθνές συμβόλαιο της πολιτικής υπόστασης και αυτοτέλειας του ελληνικού κράτους».

Η κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί τους τελευταίους μήνες του 1829, μετά τις πιο πάνω εξελίξεις, έδειχνε  ότι είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τη διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος οριστικά. Στις 22 Ιανουαρίου - 3 Φεβρουαρίου του 1830, η Διάσκεψη του Λονδίνου, ύστερα από αγγλική πρόταση, διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου που υπογράφτηκε από τους πληρεξουσίους της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 όριζε: «H Ελλάς θέλει σχηματίσει έν Κράτος ανεξάρτητον, και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια, πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, τα προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν». Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου, «η ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας». Το ίδιο άρθρο παρείχε στις τρεις Δυνάμεις το δικαίωμα της εκλογής του προσώπου του βασιλέα της Ελλάδας χωρίς καθόλου να έχει ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. H πανηγυρική αυτή διακήρυξη της πολιτικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, συνιστούσε διπλωματική πράξη ιδρυτική του ελληνικού κράτους. H διεθνής αναγνώριση του ελληνικού κράτους, σήμαινε έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη του διεθνούς δικαίου.

Πηγή: Νίκου Χρ. Χαραλάμπους, Αναζητώντας την Αυτογνωσία, Τόμος Α΄.

(Φιλελεύθερος, 14/3/2021)