Από τη μελέτη της ιστορίας προκύπτει ότι οι ανισότητες ανάμεσα στους ανθρώπους έχουν πολύ παλαιά ιστορία και πολύ βαθιές ρίζες. Παρουσιάστηκαν από τα πρώτα στάδια της εξέλιξης των ανθρώπινων κοινωνιών. Πάντοτε υπήρχε η τάση να διαχωρίζονται οι άνθρωποι. Ενώ, η επιστήμη μάς έχει αποκαλύψει ότι είμαστε ένα ενιαίο είδος, ότι είμαστε όλοι απόγονοι του Homo sapiens (Άνθρωπου σοφού), επινοήσαμε φυλετικές μεταξύ μας διαφορές. Δημιουργήσαμε φυλές, πατρίδες, θρησκείες και έθνη, που οδήγησαν στο να καλλιεργηθεί το μίσος εναντίον του «Άλλου» και να αναπτυχθεί ο ρατσισμός και ο θρησκευτικός φανατισμός, στο όνομα των οποίων χύθηκαν ποταμοί αίματος. Οδήγησαν στις χειρότερες αποκαλύψεις της ανθρώπινης βιαιότητας. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων. Αρκεί μόνο να αναφερθεί το Ολοκαύτωμα των Εβραίων.
Στη σημερινή μου παρέμβαση, θα ασχοληθώ με το θέμα τού ρατσισμού. Αφορμή έδωσε το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε πρόσφατα στη Μινεάπολη των ΗΠΑ, με θύμα ένα 46χρονο Αφροαμερικανό. Ένας αστυνομικός πατούσε τον συλληφθέντα Τζορτζ Φλόιντ στον λαιμό με το γόνατό του για 7 λεπτά, με αποτέλεσμα τον θάνατό του. Όσο προσπαθούσε ο δυστυχής Τζορτζ Φλόιντ να κρατηθεί από τη ζωή με τη φωνή του και μόνο, με την παράκλησή του «δεν μπορώ να αναπνεύσω», τόσο ασφυκτικότερα πίεζε ο ένστολος. Ώσπου έπνιξε έναν άνθρωπο που δεν αντιστάθηκε καν. Ακολούθησαν βίαιες αιματηρές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας που επεκτάθηκαν σε ολόκληρη σχεδόν τη χώρα. Δεν έχασε την ευκαιρία-για καθαρά προεκλογικούς λόγους- να πρωταγωνιστήσει, στα όσα στη συνέχεια διαδραματίστηκαν, και ο απρόβλεπτος και απερίγραπτος Πρόεδρος Τραμπ. Το περιστατικό αυτό, δεν ήταν μεμονωμένο. Προστίθεται σε ένα μακρύ κατάλογο φονικής βίας από αστυνομικούς με το ίδιο, μάλιστα, modus operandi του φονέα του Τζορτζ Φλόιντ, που δείχνουν εμφανή σημάδια ενός συστημικού ρατσισμού.
Για την κατανόηση της διάστασης του θέματος, κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία του φυλετικού ρατσισμού.
Από τον δέκατο έκτο μέχρι τον δέκατο όγδοο αιώνα, οι ευρωπαίοι κατακτητές της αμερικανικής ηπείρου εισήγαγαν εκατομμύρια Αφρικανούς δούλους για να δουλέψουν στα ορυχεία και τις φυτείες της Αμερικής. Μεταξύ αυτών, ήταν και οι μακρινοί πρόγονοι του Τζορτζ Φλόιντ. Παρά τη διακήρυξη για ισότητας όλων των ανθρώπων, που περιέχεται στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των Αμερικανών το 1776, η διάκριση ανάμεσα στους λευκούς, οι οποίοι απολάμβαναν την ελευθερία και τους μαύρους και τους Ινδιάνους, οι οποίοι θεωρούνταν άνθρωποι κατώτερης κατηγορίας, συνεχίστηκε. Πολλοί από αυτούς που υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας είχαν δούλους.
Έτσι, οι κοινωνίες της Αμερικής χωρίστηκαν σε μια κυρίαρχη κάστα λευκών Ευρωπαίων και σε μια υποτελή κάστα μαύρων Αφρικανών. Επιτάχθηκαν θρησκευτικοί και επιστημονικοί μύθοι για να δικαιολογήσουν αυτή τη διαίρεση. Οι θεολόγοι υποστήριζαν ότι οι Αφρικανοί κατάγονται από τον Χαμ, γιο του Νώε, που τον βάρυνε η κατάρα του πατέρα του να είναι δούλοι οι απόγονοί του. Οι βιολόγοι υποστήριζαν ότι οι μαύροι είναι λιγότερο ευφυείς και ότι η αίσθηση της ηθικής τους είναι λιγότερο ανεπτυγμένη. Οι γιατροί διατείνονταν ότι οι μαύροι ζουν μέσα στη βρομιά και μεταδίδουν ασθένειες. Οι μύθοι αυτοί ασκούσαν για πολύ καιρό επιρροή στην αμερικανική και δυτική κοινωνία.
Οι ρατσιστικοί αυτοί μύθοι, που δικαιολογούσαν τη δουλεία, συνέχισαν να υπάρχουν και μετά την κατάργησή της το 1865, με το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου. Ο διαχωρισμός συνεχίστηκε μέσω ρατσιστικής νομοθεσίας και κοινωνικών εθίμων. Οι μαύροι απαγορεύονταν να ψηφίζουν στις εκλογές, να πηγαίνουν σε σχολεία για λευκούς, να ψωνίζουν σε καταστήματα για λευκούς, να τρώνε σε εστιατόρια για λευκούς, να μένουν σε ξενοδοχεία για λευκούς, να καθίσουν στα λεωφορεία της χώρας. Το μαύρο χρώμα το συναντούσαμε μόνο στο πρόσωπο των υπηρετών στα αρχοντικά των λευκών. Η αιτιολόγηση για όλα αυτά ήταν ότι οι μαύροι ήταν ρυπαροί, οκνηροί και ακόλαστοι. Συνεπώς, οι λευκοί έπρεπε να προστατευτούν από αυτούς. Το σεξ ανάμεσα στις δυο «φυλές» έγινε το μεγαλύτερο ταμπού και οποιαδήποτε παραβίασή του, ή υποψία παραβίασής του, επέφερε την άμεση και συνοπτική τιμωρία με τη μορφή λιντσαρίσματος. Η Κου Κλουξ Κλαν, μια μυστική οργάνωση για την προστασία της λευκής ανωτερότητας, διέπραξε πολλούς τέτοιους φόνους. Με τον καιρό, ο ρατσισμός εξαπλώθηκε σε όλο και περισσότερα πολιτισμικά πεδία. Ακόμη, και η αισθητική κουλτούρα της Αμερικής οικοδομήθηκε γύρω από τα λευκά πρότυπα ομορφιάς. Το 1850 η θέση του ανατόμου και ζωολόγου Ρόμπερτ Νοξ ότι «ο μουλάτος (μιγάς) είναι ένα τέρας της φύσης», έβρισκε φανατικούς οπαδούς στις τάξεις των πολέμιων της φυλετικής επιμειξίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1863 ο καθηγητή στο Χάρβαρντ Ζαν Λουί Ροντόλφ Αγκασί έγραφε ότι «η παραγωγή μιγάδων είναι αμαρτία απέναντι στη φύση...». Ο Αγκασί δεν έκρυβε τον τρόμο του αναλογιζόμενος «τις συνέπειες για το μέλλον των δημοκρατικών θεσμών και του πολιτισμού εν γένει, αν αντί για τον ανδροπρεπή πληθυσμό που κατάγεται από ομοειδή μας έθνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατοικούνται στο μέλλον από τους εκθηλυμένους απογόνους ανάμεικτων φυλών».
Βέβαια, η ρατσιστική «κουλτούρα» δεν είναι αμερικανικής ιδιοκτησίας. Στην Ευρώπη, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο ρατσισμός υπήρξε σημαντικό μέρος της ιδεολογίας των Ναζί στη Γερμανία. Σύμφωνα με τη ναζιστική ιδεολογία δεν έχουν θέση στον κόσμο οι Εβραίοι, οι μαύροι, οι Αθίγγανοι και οι ομοφυλόφιλοι, όπως και κάθε είδους άνθρωποι του περιθωρίου. Οι καθαρόαιμοι Γερμανοί ανήκουν στην Άρια φυλή, η οποία είναι ανώτερη όλων των υπόλοιπων φυλών. Μόνο με την Άρια φυλή θα μπορούσε η ανθρωπότητα να εξελιχθεί και να βελτιωθεί. Άλλες φυλές, όπως οι Εβραίοι και οι μαύροι, δεν έπρεπε να αφήνονταν να αναπαραχθούν και ιδίως να έρχονται σε επιμιξία με τους άριους, νοθεύοντας, έτσι, τους ανθρώπινους πληθυσμούς. Μπορεί οι βιολόγοι, σήμερα, να έχουν απομυθοποιήσει τη φυλετική θεωρία των Ναζί, όμως, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ακαδημαϊκοί στα πιο διακεκριμένα πανεπιστήμια της Δύσης, δημοσίευαν μελέτες για να αποδείξουν ότι τα μέλη της λευκής φυλής ήταν πιο ευφυή, πιο ηθικά και πιο ικανά από τους Αφρικανούς ή από τους Ινδούς.
Επίσης, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και, συγκεκριμένα το 1948, άρχισε να εφαρμόζεται επίσημα στη Νότια Αφρική η πολιτική του «απαρτχάιντ», που σημαίνει στα αφρικάανς, τη γλώσσα των Μπόερς, διαχωρισμός. Διαχωρισμός μεταξύ των πλουσίων λευκών και των φτωχών μαύρων, μιγάδων και ασιατών. Ο διαχωρισμός ήταν και γεωγραφικός. Εάν ένας μαύρος πολίτης περνούσε σε γειτονιά λευκών χωρίς να διαθέτει κάποια άδεια, διωκόταν ποινικά και φυλακιζόταν. Η πολιτική των φυλετικών διακρίσεων εφαρμοζόταν επί αιώνες στη Νότια Αφρική, αλλά τώρα γινόταν επίσημη κρατική πολιτική και μέρος του δικαίου της χώρας. Ουσιαστικά, το απαρτχάιντ θεσμοθετήθηκε ως κρατική πολιτική το 1910 όταν ο Λούις Μπότα γίνεται πρωθυπουργός της πρώτης κυβέρνησης της Ένωσης της Νότιας Αφρικής, προδρόμου του κράτους της Νότιας Αφρικής. Η πολιτική του απέβλεπε στη συμφιλίωση των λευκών κατοίκων (Μπόερς, Βρετανών εποίκων κλπ.) και στη μεγαλύτερη καταπίεση και περιορισμό των μαύρων και των μιγάδων. Περιορισμοί στην κίνηση στα αστικά κέντρα, ελάχιστη επαφή λευκών και μαύρων, διαρπαγή της γης, περιορισμοί σε χωριστά εδάφη και καταυλισμούς. Αξίζει, εδώ, να αναφερθεί ότι μεταξύ αυτών που αντιστάθηκαν σ’ αυτόν τον φυλετικό διαχωρισμό ήταν και ο μετέπειτα ηγέτης του ινδικού απελευθερωτικού αγώνα Μαχάτμα Γκάντι ο οποίος ηγήθηκε διαδήλωσης Ινδών στο Νατάλ της Νότιας Αφρικής το 1913.
Την πολιτική που εγκαινιάστηκε επίσημα του 1948, ακολούθησε μια δυναμική εξέγερση των μαύρων επικεφαλής των οποίων ήταν ο ηγέτης του Αφρικανικού Εθνικού Κογκρέσου Νέλσον Μαντέλα. Παράλληλα, έντονες υπήρξαν και οι αντιδράσεις κατά του καθεστώτος στο εξωτερικό με μέτρα όπως διακοπή διπλωματικών σχέσεων και εμπάργκο. Το 1990, ο Πρόεδρος Φρεντερίκ ντε Κλερκ ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για τη λήξη του απαρτχάιντ που κατέληξαν στη διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών το 1994, με συμμετοχή όλων των εθνοτήτων. Νικητής αναδείχθηκε το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο.
Η διεθνής κοινότητα έχει καταδικάσει με Διακηρύξεις και Συμβάσεις τον ρατσισμό. Ενδεικτικά, αναφέρονται η υιοθέτηση από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 10/12/1948 και της Διεθνούς Σύμβασης για την Κατάργηση κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων στις 21/12/ 1965, που τέθηκε σε ισχύ στις 4/1/1969.
Σε πολλές χώρες, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Κύπρος, ο ρατσιστικός λόγος έχει ποινικοποιηθεί, όπως έχει ποινικοποιηθεί σε πολλές χώρες η άρνηση του Ολοκαυτώματος. Ο γνωστός συγγραφέας Ντέιβιντ Ίρβινγκ πέρασε αρκετούς μήνες στις αυστριακές φυλακές επειδή παραβίασε αυτή τη νομοθεσία.
Αναμφίβολα, έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος στην προσπάθεια για καταστολή του ρατσισμού. Ποιος ανέμενε ότι ο Μπαράκ Χουσεΐν Ομπάμα, από πατέρα Κενυάτη και μητέρα λευκή, θα εκλεγόταν Πρόεδρος των ΗΠΑ; Με την εκλογή του, φάνηκε πως ηττήθηκε ο ρατσισμός κατά κράτος, σε μια χώρα όπου μόλις πριν από μία γενιά δολοφονούνταν ο Λούθερ Κινγκ, ο ιεροκήρυκας της αδελφοσύνης, ο άνθρωπος που είχε ένα όνειρο: τη φυλετική ισότητα. Δυστυχώς, η ελπίδα αποδείχθηκε φρούδη. Παρά την πρόοδο, ρατσιστικές συμπεριφορές υπάρχουν όχι μόνο στις ΗΠΑ, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, καθώς και στην Κύπρο. Η πληγή του συστημικού ρατσισμού δεν έχει ακόμη κλείσει.
Τα βίαια και αιματηρά επεισόδια που εκτυλίσσονται στις ΗΠΑ, επαναφέρουν το ερώτημα του οποίου η απάντηση απασχολεί, εδώ και καιρό, τους νομικούς και τους πολιτικούς επιστήμονες: Πώς ο ρατσισμός, είτε με τη μορφή πράξεων είτε με τη μορφή λόγου, αντιμετωπίζεται; Είναι η άποψη αρκετών που έχουν ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα, και την οποία ασπάζομαι, ότι ο ρατσισμός δεν εξαλείφεται ούτε με νόμους ούτε με δικαστικές αποφάσεις. Θα πρέπει να ξεριζωθούν οι ρίζες του. Τις ρίζες του, για να τις ξεριζώσουμε, θα τις ανεύρουμε στις σοβινιστικές ιδεοληψίες και τα ξενοφοβικά σύνδρομα που μολύνουν τη σκέψη και που καταστρέφονται μόνο με ισχυρές δόσεις λογικής τις οποίες προσφέρει η παιδεία. Με τη λέξη παιδεία, δεν εννοώ μόνο τα γνωσιακά εφόδια που παρέχει η σχολική εκπαίδευση. Αναφέρομαι σε μια γενικότερη παιδεία που παρέχουν, αρχικά, τα σχολεία και, στη συνέχεια, η ίδια η πολιτεία. Βασικό έργο της πολιτείας είναι να μορφώνει πολίτες υπεύθυνους, σκεπτόμενους, καλλιεργημένους, κοινωνικά ευαίσθητους, πολίτες που να αποδέχονται τη διαφορετικότητα. Σε τούτο, μεγάλο είναι το έργο που καλούνται να επιτελέσουν τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Όπως έχω γράψει σε σχετικό άρθρο μου στον «Φ» στις 7/12/2014, «θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε μαζί με τους άλλους. Μαθαίνω να συνυπάρχω και να συμβιώνω με τους άλλους, σημαίνει ικανότητα κατανόησης των άλλων, σεβασμό της ιστορίας, των παραδόσεων, της πολιτιστικής τους κληρονομιάς … Η αποδοχή της διαφορετικότητας, ο αλληλοσεβασμός, η συνεργασία, η αλληλεγγύη και η αλληλοκατανόηση αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, ο οποίος να στηρίζεται στην ανθρώπινη ανάπτυξη, την αμοιβαία κατανόηση μεταξύ των λαών».
(Φιλελεύθερος, 7/6/2020)