Η διαπίστωση της ιστορικής αλήθειας είναι έργο της επιστημονικής έρευνας. Η ιστορική αλήθεια,  που παρέχει η επιστήμη,  συμβάλλει αποφασιστικά στο να αποκτήσει ένας λαός την αυτογνωσία του. Ένας λαός ο οποίος έχει ιστορική αυτογνωσία διαπνέεται και από υγιή πατριωτισμό.«Eθνικόν είναι ό,τι είναι αληθές» μας διδάσκει ο Διονύσιος Σολωμός. Βέβαια,  στην επιστήμη υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς το ποια είναι η ιστορική πραγματικότητα. Γενικά, ο  καθένας – είτε ιστορικός είτε απλός πολίτης - είναι ελεύθερος να έχει τη δική του άποψη για αυτήν και να προσκομίζει τις δικές του αποδείξεις και τα δικά του επιχειρήματα. Καλύπτεται,  για αυτό,  από την ελευθερία της έκφρασης, την ελευθερία της διάδοσης του λόγου και την ελευθερία της έρευνας, ελευθερίες που αποτελούν θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου. Στη δημοκρατία, ακόμα και η βλακεία μπορεί ελεύθερα να εκδηλώνεται.

Επίσης, η επιστημονική «ιστορική αλήθεια» δεν είναι απόλυτη ούτε διαχρονική. Η σημερινή αντίληψη της επιστήμης για την ιστορική αλήθεια μπορεί αύριο να είναι διαφορετική. Τούτο, κυρίως,  συμβαίνει όταν αποδεσμεύονται κρατικά αρχεία ή έρχονται στο φως νέα αρχαιολογικά ευρήματα  τα οποία αποκαλύπτουν άγνωστα στους ιστορικούς γεγονότα. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Δημήτρης Άσσος, ένας νέος αξιόλογος ιστορικός, στο βιβλίο του Makarios, The Revolutionary Priest  of Cyprus, που περιέχει τη διδακτορική του διατριβή, «εκείνοι που γράφουν την ιστορία έχουν την ευκαιρία να την αναθεωρήσουν, αλλά αυτοί που κάνουν την ιστορία έχουν μόνο μια ευκαιρία».

Παράλληλα, η εθνική ιστοριογραφία αρκετών λαών, κυρίως στην περιοχή μας είναι διαποτισμένη από μύθους όπου είναι όχι απλά δύσκολο, αλλά σχεδόν αδύνατο να μάθεις την ιστορική αλήθεια. Κάθε εθνότητα έχει την δική της «ιστορική αλήθεια». Ιδιαίτερα οξύ παρουσιάζεται το πρόβλημα όταν  επιχειρείται η αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας  για την Ελλάδα και τη Κύπρο όπου, όπως παρατηρεί και ο γνωστός ιστορικός Παύλος Ν. Τζερμιάς, «η ιστορία και οι ιδρυτικοί μύθοι αποτελούν, κατά κανόνα, ουσιώδες τμήμα του πυρήνα της συλλογικής ταυτότητας και αναμεταδίδονται από ομάδα σε ομάδα και από γενεά σε γενεά».  (Παύλος Ν. Τζερμιάς, Η Κύπρος, από την αρχαιότητα ως την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Τόμος Ι, σελ. 2). Η ιστορία που διαμορφώνεται από την ανάμιξη μύθων και ιστορικών γεγονότων και που είναι βαθιά χαραγμένη στη συνείδηση του λαού, η «δημόσια ιστορία»,  έρχεται  πολλές φορές σε αντιπαράθεση με την  ιστορία που γράφεται από την επιστήμη. Σε πολλές περιπτώσεις είναι πολύ δύσκολο, ακόμη και αδύνατο, η ιστορική αλήθεια της επιστήμης να εξουδετερώσει την «ιστορική αλήθεια» της δημόσιας ιστορίας.   Δυστυχώς, η κοινωνία μας είναι μια κοινωνία με ιστορική γνώση αποσπασματική και διαστρεβλωμένη. Έχουμε άγνοια της ιστορίας μας. Μαθαίνουμε μια ιστορία διαποτισμένη από μύθους.  

Στην καταγραφή της ιστορίας της Κύπρου και, ειδικά, του περιλάλητου «Φακέλου της Κύπρου» αναμίχθηκαν και οι Βουλές της Ελλάδας και της Κύπρου. Αναμφίβολα, το υλικό που έχει συλλεγεί είναι πολύτιμο για τους ιστορικούς. Όμως, το έργο που έχει να επιτελέσει ο ιστορικός του μέλλοντος παραμένει τεράστιο. Μπορεί να λέχθηκαν και κατατέθηκαν πολλά σημαντικά στοιχεία, αλλά,  αρκετά  αποδεικτικά στοιχεία, που θα έριχναν φως,  δεν παρουσιάστηκαν είτε γιατί τα σχετικά έγγραφα έχουν εξαφανιστεί είτε γιατί οι κρίσιμες διαταγές είχαν δοθεί προφορικά. Επίσης, όπως φάνηκε, πέραν από αυτούς που βρέθηκαν στο προσκήνιο, υπήρχαν και πολλοί άλλοι και πολλά άλλα στο παρασκήνιο που καλύφθηκαν και συγκαλύφθηκαν. Συμπερασματικά, μπορεί να λεχθεί ότι «Φάκελος της Κύπρου» δεν υπήρξε ούτε στην Ελλάδα ούτε στην Κύπρο. Ούτε και σχηματίστηκε.

Πέραν τούτου, η  ιστορική αλήθεια δεν καταγράφεται με πολιτικές αποφάσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις.

Η Ιστορία είναι αναμφίβολα συνδεδεμένη με τη πολιτική. Δεν πρέπει, όμως, αυτή η σχέση να φτάνει μέχρι του σημείου που η μελέτη και η σημασιοδότηση του παρελθόντος να χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς για εξυπηρέτηση μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Στην Κύπρο,  τα τελευταία χρόνια έχουμε κατακλυσθεί από μια πληθώρα «ιστορικών» οι οποίοι βάλθηκαν να μας παρουσιάσουν τη δική τους ιστορική αλήθεια. Φύτρωσαν «Ιδρύματα» και «Ινστιτούτα» στο όνομα αποβιωσάντων πολιτικών – αμφιλεγόμενων και μη – και επιστρατεύθηκαν «ιστορικοί», αλλά και δημοσιογράφοι που ενδύθηκαν τον μανδύα του «ιστορικού»,  για να γράψουν κατά υπαγόρευση και να δικαιώσουν και εξιδανικεύσουν τα πρόσωπα το όνομα των οποίων φέρουν αυτά τα  σώματα. Άλλοι, που αναμίχθηκαν στα γεγονότα, έχουν γράψει τη δική τους ιστορία, με αποκλειστικό σκοπό την «αυτοδικαίωσή» τους.

Τελευταία, στους αναζητητές της ιστορικής αλήθειας προστέθηκε και η κα Ελίτα Μιχαηλίδου και παρουσιάζει την εκπομπή «Φάκελοι της Κύπρου» στο ΡΙΚ. Είναι μια εκπομπή που η παρακολούθησή της απαιτεί γερά νεύρα. Από τις προχειρολογίες που ενθυμίζουν  «κουβεντολόι του καφενέ» μέχρι την εσκεμμένη βάναυση κακοποίηση ιστορικών γεγονότων από πολιτικούς – πρώην και νυν -  σε μια προσπάθειά τους να αυτοδικαιωθούν. Βέβαια, θα μου αντιτείνουν οι αναγνώστες: Γιατί, όχι και η κα Ελίτα; Τόσοι και τόσοι συνάδελφοί της  ασχολήθηκαν στο παρελθόν  με αυτό το έργο. Δικαιούται και αυτή να πάψει να ασχολείται με αυτά με τα οποία είχε  ασχοληθεί στο παρελθόν. Στο κάτω κάτω, δεν υποχρεώνεται κανείς να παρακολουθήσει την εκπομπή.  Θα είχαν δίκαιο, αν την αμοιβή της κας Ελίτας καταβάλλαν αυτοί που της ανάθεσαν την εκπομπή και  όχι εμείς οι φορολογούμενοι. Εμείς,  οι φορολογούμενοι απαιτούμε από το ΡΙΚ να μη μας ρυπαίνει από τέτοια τηλεοπτικά σκουπίδια.

(Φιλελεύθερος, 16/6/2019)