Οποιαδήποτε πρόβλεψη για την έκβαση της Άτυπης Διάσκεψης, η οποία έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στη Γενεύη στις 17 και 18 Μαρτίου, είναι παρακινδυνευμένη, παρά το ότι, με βάση την απερίφραστα εκδηλωθείσα αρνητική στάση της Τουρκίας και τις πρόσφατες δηλώσεις του εγκαθέτου της Ερσίν Τατάρ, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα έχει θετική κατάληξη. Σε κάθε περίπτωση, οι προσδοκίες για την άτυπη πενταμερή συνάντηση της Γενεύης είναι πολύ χαμηλές. Όμως, δεν μπορώ να αποκρύψω τους φόβους μου ότι η πρόταση για δυο κράτη θα τεθεί «εκ του πλαγίου» στο τραπέζι, σε μια προσπάθεια του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ να «τετραγωνίσει τον κύκλο».

Και στη Διάσκεψη αυτή, όπως και στις προηγούμενες, άτυπες ή μη, θα είναι απούσα η Κυπριακή Δημοκρατία. Αποτελεί, και αυτό, ένα ακόμη «κεκτημένο» για την Τουρκία, που θεωρεί την Κυπριακή Δημοκρατία «εκλιπούσα» και αποβλέπει στην υπονόμευση της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ) και εξουδετέρωσης του Ψηφίσματος 186/1964 της 4/3/1964 που είχε κατοχυρώσει τη διεθνή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη νομιμότητα της κυβέρνησής της που την εκπροσωπεί διεθνώς, αλλά και του Ψηφίσματος  541/1983 της 18/11/1983 που καταδίκαζε την  ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», καθώς  και αυτών που, στη συνέχεια, τα επαναβεβαίωναν.

Τέτοιας μορφής Συναντήσεις ή Διασκέψεις, άτυπες ή μη, υποτίθεται ότι σκοπεύουν στην εξεύρεση διαρκούς λύσης του κυπριακού προβλήματος που θα έχει, ως κατάληξη, την τροποποίηση των Συνθηκών της Ζυρίχης και Λονδίνου. Οι Συνθήκες αυτές, οδήγησαν στην ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξαρτήτου και κυριάρχου  κράτους, ευθύς μετά το μεσονύκτιο της 15ης προς τη 16η Αυγούστου του 1960. Τότε υπογράφτηκε το Σύνταγμα, η Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως, η Συνθήκη Εγγυήσεως και η Συνθήκη Στρατιωτικής Συμμαχίας από τον τότε Κυβερνήτη της αποικίας της Κύπρου Sir Hugh Foot εκ μέρους της Βρετανίας, τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδας Γεώργιο Χριστόπουλο εκ μέρους της Ελλάδας, τον Γενικό Πρόξενο της Τουρκίας Turrel εκ μέρους της Τουρκίας, τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Δρ. Φατίλ Κουτσιούκ. Οι δυο τελευταίοι υπέγραψαν τα πιο πάνω κείμενα υπό τις ιδιότητές τους ως Προέδρου και Αντιπροέδρου, αντίστοιχα, της ΚΔ. Προς τον σκοπό αυτό, τέθηκαν ειδικές διατάξεις στο Σύνταγμα. Παρά το ότι εξελέγησαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Συντάγματος, θεωρούνταν, σύμφωνα με το Άρθρο 187.1(α) αυτού, ως «οι νομίμως κατά την έννοια των διατάξεων του Συντάγματος εκλεγέντες». Επίσης, αναφορικά με τις τρεις προαναφερθείσες συνθήκες, παρά το ότι αυτές υπογράφτηκαν πριν η Κύπρος καταστεί υποκείμενο του διεθνούς δικαίου και πριν ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας εγκατασταθούν στο λειτούργημά τους δυνάμει του Άρθρου 42, εν τούτοις, δυνάμει ρητής πρόβλεψης στο Άρθρο 195, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος είχαν από κοινού «το αποκλειστικόν δικαίωμα και την εξουσίαν να υπογράφωσι και  συνομολογήσωσι εν ονόματι της Δημοκρατίας» τις συνθήκες αυτές.

Με βάση τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, προκύπτει σαφώς ότι συμβαλλόμενο μέρος στις τρεις διεθνείς συνθήκες είναι η ΚΔ. Σε οποιαδήποτε Διάσκεψη, που θα ασχοληθεί με τη «διεθνή πτυχή» του Κυπριακού,  δεν έχουν  θέση οι δυο κοινότητες αλλά μόνο  η ΚΔ.  Οι δυο κοινότητες δεν είναι υποκείμενα του διεθνούς δικαίου. Μόνο η ΚΔ νομιμοποιείται να συμμετάσχει σε τέτοια Διάσκεψη γιατί μόνο αυτή - και όχι οι δυο κοινότητες -  είναι συμβαλλόμενο μέρος στις Συνθήκες με τις οποίες θα ασχοληθεί ουσιαστικά η Διάσκεψη.

Οι τουρκικοί στόχοι για κατάλυση της ΚΔ χρονολογούνται από το 1964. Από τότε, για την Τουρκία η ΚΔ θεωρείται «εκλιπούσα» (defunct). Στις προσπάθειές της, είχε διάφορους, κατά καιρούς, συνεργούς.

Οι διακοινοτικές συγκρούσεις οδήγησαν στην βρετανική ανάμιξη και στη χάραξη της «πράσινης γραμμής» στις 30 Δεκεμβρίου 1963  από τον στρατηγό Γιανγκ, αρχηγό των βρετανικών δυνάμεων στην Κύπρο, που ανέλαβαν ειρηνευτικό ρόλο με συμφωνία των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων.

H Βρετανία, συνεχίζουσα τον «μεσολαβητικό» της ρόλο,  συγκάλεσε  Πενταμερής Διάσκεψη στο Λονδίνο που άρχισε τις εργασίες της στις 15/1/1964 στο Λάνκαστερ Χάουζ. Στη Διάσκεψη,  στην οποία έλαβαν μέρος οι τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις και εκπρόσωποι των δυο κοινοτήτων της Κύπρου, δεν κλήθηκε η ΚΔ. Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης, στις 31/1/1964, υποβλήθηκε για συζήτηση Αμερικανο-Βρετανικό σχέδιο το οποίο απέβλεπε στην ουσιαστική κατάλυση της ΚΔ. Πρόβλεπε,  μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: Εγκαθίσταται στην Κύπρο Ειρηνευτική Δύναμη η οποία θα αποτελείται από στρατεύματα των χωρών του ΝΑΤΟ.  Ο διοικητής της Δύναμης θα λάμβανε πολιτική καθοδήγηση από επιτροπή πρεσβευτών των χωρών που θα συμμετείχαν σε αυτήν, η οποία θα είχε την έδρα της στο Λονδίνο. Τα Νατοϊκά στρατεύματα, εκτός από την αστυνόμευση της Κύπρου, θα είχαν την εξουσία να διεξάγουν επιχειρήσει και να προβαίνουν σε συλλήψεις που θα ενέχονταν σε διακοινοτικές συγκρούσεις ή θα προέβαιναν σε ενέργειες που έθεταν σε κίνδυνο την ασφάλεια των συμμαχικών δυνάμεων. Η Κύπρος, όπως παρατήρησε ο Μακάριος σε μια επιστολή του στον Γεώργιο Παπανδρέου στις 21/2/1965, θα ήταν «έρμαιο μιας διακυβερνητικής επιτροπής εν Λονδίνω, από την οποία θα εξηρτάτο απολύτως η τύχη και το μέλλον της». (Σπύρου Παπαγεωργίου, Από την Ζυρίχην εις τον Αττίλαν, Τόμος Α΄, σελ.289).  Όπως ορθά παρατηρεί ο Γλαύκος Κληρίδης, ο οποίος ηγείτο της ελληνοκυπριακής αντιπροσωπείας, με το σχέδιο η Κύπρος «θα ετίθετο υπό κατοχή ξένης δύναμης». (Γλαύκου Κληρίδη, Η Κατάθεσή μου, Τόμος Α΄, σελ. 329). Όπως αναμενόταν, η πλευρά των Ελληνοκυπρίων απέρριψε το σχέδιο, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που δέχθηκε ο Μακάριος από όλες τις πλευρές, περιλαμβανομένης και της Ελληνικής κυβέρνησης, που είχε τότε ως υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο. Από  όλες τις πιέσεις, πιο έντονη, με μορφή απειλών και εκβιασμών, ήταν αυτή του υφυπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ Τζωρτζ  Μπολ, που είχε επισκεφθεί για τον σκοπό αυτόν την Κύπρο. 

Στις 10/2/1964 η Διάσκεψη του Λονδίνου έληξε άδοξα. Είναι φανερό ότι αντικείμενό της δεν ήταν άλλο «παρά να υποσκάψει την υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την έννοια της ανεξαρτησίας της, της κυριαρχίας της, την εδαφική της ακεραιότητα, τη νομιμότητα της κυβερνήσεώς της». (Δημήτρη Μπίτσιου, Κρίσιμες Ώρες, σελ. 145).

Μετά το ναυάγιο της Διάσκεψης του Λονδίνου το 1964, της δημιουργηθείσας κατάστασης στην Κύπρο επιλήφθηκε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Κύπρος επεδίωκε Ψήφισμα το οποίο, μεταξύ άλλων, θα καταδίκαζε ονομαστικά την Τουρκία, ως τη χώρα που απειλούσε την ανεξαρτησία και την εδαφική της ακεραιότητα και θα ακύρωνε τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Δεν πέτυχε αυτούς τους στόχους της. Όμως, με το Ψήφισμα 186 που εγκρίθηκε ομόφωνα στις 4/3/1964, η κυβέρνηση της ΚΔ, στην οποία δεν συμμετείχαν οι Τουρκοκύπριοι, πέτυχε να αποκτήσει διεθνή νομιμότητα. Στο Ψήφισμα γίνεται αναφορά στην κυβέρνηση της Κύπρου και την καλεί «να λάβει όλα τα επιπρόσθετα και απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της βίας και της αιματοχυσίας στην Κύπρο». Επίσης, ζητούσε τη δημιουργία ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ «με τη συναίνεση της κυπριακής κυβέρνησης».

Όμως, η Τουρκία δεν κατάθεσε τα όπλα. Η κατάλυση της ΚΔ, η διχοτόμηση με «λύση δυο κρατών» και με κατάληξη την κατάληψη όλης της Κύπρου είναι ο πάγιος στόχος της Τουρκίας.

Η κατάλυση της ΚΔ ήταν ο πρωταρχικός στόχος της Τουρκίας όταν εισέβαλε στην Κύπρο του 1974. Το επεδίωξε, κατά τρόπο ασφυκτικά πιεστικό, στη Διάσκεψη της Γενεύης, που ακολούθησε την πρώτη φάση της τούρκικης εισβολής, τον Αττίλα Ι. Στην Κοινή Διακήρυξη στις 30ής Ιουλίου 1974 αναφέρεται, μεταξύ άλλων: «Οι υπουργοί σημείωσαν την ύπαρξη  στην Κύπρο, στην πράξη (in practice), δύο αυτονόμων διοικήσεων, της ελληνικής κοινότητας και της τουρκικής κοινότητας ...».

Η ανακήρυξη της  «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου» («ΤΔΒΚ») στις 15/11/1983 αποτέλεσε το έναυσμα για να αρχίσει από τουρκικής πλευράς,  μια έντονη προσπάθεια εδραίωσής των κατοχικών δεδομένων και προώθησης, πάνω σε οργανωμένη και προγραμματισμένη βάση, του πάγιου στόχου της Τουρκίας για στρατιωτικό έλεγχο ολόκληρης της Κύπρου.

Ευτυχώς, όμως, ούτε η εισβολή ούτε και το κατασκεύασμα του ψευδοκράτους της «ΤΔΒΚ» επηρέασαν τη διεθνή υπόσταση της ΚΔ.  Περαιτέρω, στα σχέδια της Τουρκίας δημιουργήθηκε ένα τεράστιο εμπόδιο όταν η ΚΔ, με ολόκληρη την εδαφική της επικράτεια, είχε γίνει πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ένωσης (ΕΕ). Οι εχθροί της δεν κατάφεραν, μέχρι σήμερα, να την καταλύσουν. Θα την καταλύσουμε εμείς οι ίδιοι με την  ψήφο μας; Πολύ φοβούμαι πως, με τους χειρισμούς της εκάστοτε ηγεσίας μας, θα φθάσουμε σ’ αυτό το κατάντημα της εθνικής αυτοχειρίας.

(Φιλελεύθερος,  23/2/2025)