Μετά το ναυάγιο των συνομιλίων στη Διάσκεψη στο Κραν Μοντανά το 2017,  φαίνεται πως οδήγησαν την Τουρκία να αλλάξει τις μεθοδεύσεις της για επίτευξη του τελικού της στόχου, που παραμένει η κατάληψη ολόκληρης της Κύπρου. Προβάλλει τη λύση των «δυο κρατών», για να προκαλεί αδιέξοδα στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού, ενώ γνωρίζει ότι οι μέχρι τώρα συγκλίσεις οδηγούν στη δημιουργία δυο κρατών τα οποία, ως «συνιστώντα κράτη», θα συγκροτήσουν τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία (ΔΔΟ).

Έχει τάξει, ως προτεραιότητά της, την «ταϊβανοποίηση» των κατεχομένων, την αναβάθμιση του ψευδοκράτους, παράλληλα με την υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, κάτι που επιδιώκει εδώ και καιρό. Δηλαδή, τη δημιουργία μιας ενδιάμεσης ντε φάκτο κατάστασης πραγμάτων, μέσω της οποίας το ψευδοκράτος θα έχει επαφές, όχι μόνο με την «ελληνοκυπριακή πλευρά», αλλά και με τον υπόλοιπο κόσμο, χωρίς να αναγνωριστεί ως κράτος από τις άλλες χώρες και χωρίς να έχει με αυτές διπλωματικές σχέσεις. Θα έχει εμπορικές σχέσεις με απευθείας συναλλαγές, πολιτικές με άνοιγμα γραφείων που δεν θα ονομάζονται πρεσβείες αλλά αντιπροσωπείες,  καθώς και σχέσεις αθλητικές, πολιτιστικές κ.λπ. Παράλληλα, παίζει το παιγνίδι της «επίρριψης ευθυνών», δημιουργώντας κλίμα έντασης.

Με την «ταϊβανοποίηση» του κατεχόμενου μέρους της Κύπρου, θα είχε οριοθετηθεί ντε φάκτο μια λύση δύο χωριστών κρατών. Το μόνο που θα μείνει προς συζήτηση θα είναι οι λεπτομέρειες μιας τέτοιας «λύσης», που θα παρουσιαστεί παραπλανητικά, στον κατάλληλο χρόνο, ως λύση με το ψευδεπίγραφο «χαλαρή ομοσπονδία» ή, ακόμη, και ως «διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία», που «απέτρεψε τη διχοτόμηση» και «επανένωσε την Κύπρο».

Η «ταϊβανοποίηση» αποτελεί μια προωθημένη μορφή της από πολλού χρόνου χαραχθείσα τακτικής αναβάθμισης του ψευδοκράτους και παράλληλης υπόσκαψης του κύρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προς τούτο, εργάζεται μεθοδικά, έχοντας, δυστυχώς, ως συνεργούς, τους Βρετανούς και τους αξιωματούχους του ΟΗΕ. Είναι εμφανής η πρόθεση των αυτουργών και συνεργών τους: Η υπονόμευση της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και εξουδετέρωσης του Ψηφίσματος 186/1964 της 4/3/1964 που είχε κατοχυρώσει τη διεθνή αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη νομιμότητα της κυβέρνησής της που την εκπροσωπεί διεθνώς, αλλά και του Ψηφίσματος  541/1983 της 18/11/1983 που καταδίκαζε την  ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου», καθώς  και αυτών που, στη συνέχεια, τα επαναβεβαίωναν.

Αρκεί να αναφερθεί η ενέργεια της βρετανικής κυβέρνησης να συνάψει τον Οκτώβριο του 2007 συμφωνία στρατηγικής συμμαχίας με την Τουρκία, στο κείμενο της οποίας τα κατεχόμενα αποκαλούνται «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ). Η σημασία της πράξης αυτής δεν μειώνεται με τις, κατόπιν εορτής, διαβεβαιώσεις ότι η πολιτική της μη αναγνώρισης της ΤΔΒΚ παραμένει αναλλοίωτη. Διότι, αν όντως παραμένει αναλλοίωτη, τότε γιατί η βρετανική κυβέρνηση αποδέχθηκε την ονομασία που μόνον οι Τούρκοι χρησιμοποιούν;

Η στάση εξίσωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του ψευδοκράτους και η μετατροπή τους σε «δυο πλευρές», είναι από καιρό που έχει χαραχθεί από τη γραμματεία του ΟΗΕ, τους μεσολαβητές του προσκηνίου και του παρασκηνίου και τους υποβολείς τους. Στις κατά καιρούς Πενταμερείς Διασκέψεις / Συναντήσεις είναι απούσα η Κυπριακή Δημοκρατία. Ο λόγος είναι προφανής: Η αποδοχή της τουρκικής θέσης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έπαψε να εφίσταται. Υπάρχουν μόνο οι δυο κοινότητες που νομιμοποιούνται να εκπροσωπούν την Κύπρο. Όμως, περί τούτου θα αναφερθώ εκτενώς σε προσεχές άρθρο. Στον ίδιο σκοπό, να εξισωθεί η Κυπριακή Δημοκρατία με το κατοχικό καθεστώς,  αποβλέπουν και οι αναφορές  σε «δυο πλευρές» στα  τελικά κείμενα των Ψηφισμάτων του Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την ανανέωση της θητείας της Ειρηνευτικής Δύναμης.  Οι αξιωματούχοι του ΟΗΕ εσκεμμένα και συστηματικά προβαίνουν τα τελευταία χρόνια σε τέτοιους είδους ενέργειες, παρασύροντας και το Συμβούλιο Ασφαλείας. Αξίζει να ενθυμηθούμε  τη δήλωση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 2014 ότι «ατυχώς οι διαπραγματεύσεις ανεστάλησαν  εξ αιτίας της αλλαγής κυβέρνησης στην ελληνοκυπριακή κοινότητα της Κύπρου». Οι δικαιολογίες που δόθηκαν δεν ήταν πειστικές. Τα ίδια σχεδόν έγραψε και στην Έκθεσή του το Δεκέμβριο του 2010, όπου αναφέρθηκε σε «εκλογές στο Νότο». Δεν επρόκειτο περί γλωσσικού ολισθήματος.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της τακτικής, Άγκυρα και Τουρκοκύπριοι επιδιώκουν να μεταβάλουν το πλαίσιο συζήτησης για τη λειτουργία οδοφραγμάτων σε διαπραγμάτευση δυο «κρατικών οντοτήτων» της Κύπρου, ίσων μεταξύ τους. Στην προσπάθεια αυτή εντάσσεται και η θέση που πρόσφατα εξέφρασες ο εγκάθετος της Άγκυρα Ερσίν Τατάρ για «νομική ρύθμιση» των δραστηριοτήτων της ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Μια ρύθμιση στην οποία συμβαλλόμενο μέρος θα είναι και η «ΤΔΒΚ». 

Παράλληλα, η Τουρκία χρησιμοποιεί τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) ως ένα εργαλείο για παγίωση των κατοχικών δεδομένων και προώθηση της ταϊβανοποίησης. Είναι προφανές, όπως τονίζει και ο αγαπητός φίλος Κώστας Βενιζέλος σε σχετικό άρθρο του στις 29/9/2021, «πως επιχειρείται διά  των ΜΟΕ και των Τεχνικών Επιτροπών ‘‘ομαλοποίηση’’ με τα κατοχικά δεδομένα. Η τουρκική πλευρά θέλει την ‘‘ομαλοποίηση’’, την ανάπτυξη σχέσεων ‘‘καλής γειτονίας’’, που διευκολύνει τους σχεδιασμούς για τα δύο κράτη. Τα ΜΟΕ και οι τεχνικές επιτροπές, όπως λειτούργησαν και λειτουργούν, αξιοποιήθηκαν από τουρκικής πλευράς για αναβάθμιση της αποσχιστικής οντότητας στα κατεχόμενα».

Δεν υποτιμώ τη  σημασία των ΜΟΕ, όταν αυτά  αποβλέπουν στην αλληλοκατανόηση και αλληλοεκτίμηση των δυο κοινοτήτων, καθώς και στη μεταξύ τους συνεργασία. Η Γεωγραφία επιβάλλει στις δυο κοινότητες της Κύπρου να συνυπάρξουν ειρηνικά.  Τούτο, προϋποθέτει την κατεδάφιση των τειχών της δυσπιστίας, της καχυποψίας  και της προκατάληψης, που τις χωρίζουν. Όμως, ο αρχιτέκτονας και κατασκευαστής αυτών των τειχών είναι η Τουρκίας και μόνο αυτή μπορεί να τα κατεδαφίσει, πράγμα που δεν προτίθεται να πράξει. Ούτε υποτιμώ το έργο που έχουν να επιτελέσουν οι διάφορες δικοινοτικές τεχνικές επιτροπές για αντιμετώπιση και λύση προβλημάτων καθημερινότητας. Αρκεί να μην ενεργούν ως  «κυβερνητικά τμήματα» των «δυο κρατών» ή «δυο μερών», για προώθηση των τουρκικών σχεδιασμών.

Κατά τον Τατάρ, οι τουρκικοί στόχοι επιτυγχάνουν. Για τούτο, θριαμβολογώντας, δήλωσε ότι «η  Τ.Δ.Β.Κ., μπορεί να μην είναι ακόμα αναγνωρισμένη, αλλά είναι αποδεκτή σε όλο τον κόσμο» και πλέον «καθιερώνεται ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο κράτη και δύο λαοί».

Δυστυχώς, στις πιο πάνω μεθοδεύσεις συνεργήσαμε-ενεργητικά ή παθητικά-και εμείς. Η πολιτική μας ηγεσία έχει καταστήσει σύνθημά της τη λύση της ΔΔΟ και επιζητεί να συνεχίσουμε τη διαπραγμάτευση «από εκεί που μείναμε στο Κραν Μοντάνα». Και προβάλλει το ερώτημα: Πού μείναμε στο Κραν Μοντανά; Τα πρακτικά, που αποκάλυψε ο «Φιλελεύθερος», μας δίνουν την τραγική, για μας, απάντηση: Αφού συνεχίσαμε την κατολίσθηση, μείναμε στην άκρη του γκρεμού.

Με την «κοινή δήλωση» της 23/5/2008 και την «κοινή διακήρυξη» της  11/2/2014, αποδεχθήκαμε πλαίσιο συνομιλιών οι οποίες οδηγούν σε μια  λύση, με προδιαγραφές το απορριφθέν σχέδιο Ανάν, που θα προβλέπει την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη διαδοχή της από ένα ρατσιστικό, δυσλειτουργικό και θνησιγενές κρατικό μόρφωμα, που θα το ιδρύσουν δυο «συνιστώντα»  κράτη, η υποβαθμισμένη σε «ελληνοκυπριακή διοίκηση» Κυπριακή Δημοκρατία και η  αναβαθμισμένη «ΤΔΒΚ» και που θα καταστήσει, προς το παρόν, την Κύπρο προτεκτοράτο της Τουρκίας. Για να για να δικαιωθεί ο Σερ Ντέιβιντ Χάνεϊ-μετέπειτα Λόρδος Χάνεϊ- για το κυνικό και πικρόχολο σχόλιό του μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν ότι «οι Ελληνοκύπριοι δεν πρέπει να δραπετεύσουν από το σχέδιο Ανάν και δεν θα δραπετεύσουν». Και τα ολισθήματα συνεχίστηκαν. Οδηγηθήκαμε στην άτυπη Πενταμερή της Γενεύης τον Απρίλιο του 2021, η οποία κατάληξε με την περιβόητη δήλωση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες  για πρόθεσή του να «τετραγωνίσει τον κύκλο». Πολύ φοβούμαι ότι θα το επιχειρήσει στην επόμενη Πενταμερή του Μαρτίου-αν πραγματοποιηθεί- ώστε, το αίτημα της ελληνοκυπριακής πλευράς για ΔΔΟ-όπως αυτή λανθασμένα την αντιλαμβάνεται- και της τουρκικής για λύση δυο κρατών, να συγκεραστούν και να καταλήξουν σε συμφωνία, που θα αποτελέσει το υπόβαθρο για μια χαλαρή συνομοσπονδία. Σημειώνεται, συναφώς, η βρετανική σκέψη που διατυπώθηκε στη διάρκεια των συζητήσεων, σύμφωνα με την οποία, «μπορούν στη ΔΔΟ να χωρέσουν οι ανησυχίες όλων». Ελπίζω και εύχομαι να μην φτάσουμε σ’ αυτή την κατάληξη και να μη επαληθεύσουν οι φόβοι που διατύπωσα σε άρθρο μου για «ευφορία από μια θεαματική τουρκική ‘‘υποχώρηση’’, ώστε η ηγεσία μας να μην έχει άλλη επιλογή παρά να οδηγηθεί, πανηγυρίζουσα, στην υποταγή στις τουρκικές επεκτατικές  ορέξεις». (Βλ. άρθρο στον «Φ» υπό τον τίτλο «Γιατί μια λύση Ομοσπονδίας δεν είναι βιώσιμη;», ημερ. 9/10/2016).    

(Φιλελεύθερος, 16/2/2025)