Στο πασχαλινό μήνυμά του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε και τα ακόλουθα: «Τα όσα απαράδεκτα κατέθεσε γραπτώς ο Τουρκοκύπριος ηγέτης αποδεικνύουν για άλλη μια φορά τους πραγματικούς στόχους της Τουρκίας, στόχοι που είναι διαχρονικοί και σκοπό έχουν είτε τη διχοτόμηση της Κύπρου είτε τη μετατροπή της Κυπριακής Δημοκρατίας σε προτεκτοράτο της Τουρκίας». Κατέληξε με τη διαβεβαίωση ότι «είμαστε αποφασισμένοι να απορρίψουμε κάθε πρόταση ή προσπάθεια νομιμοποίησης των νέων εκνόμων ενεργειών της Τουρκίας». Όμως, μας προσγείωσε απότομα, με την εμμονή του στην ολέθρια στρατηγική της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ).
Ανεξάρτητα από το ότι μια ομοσπονδιακή λύση – ακόμα και με τη σωστή δομή της – δεν προσφέρεται στην περίπτωση της Κύπρου, για λόγους που επανειλημμένα ανέλυσα, η τουρκική πλευρά ουδέποτε αποδέχθηκε μια γνήσια ομοσπονδία, που να διασφαλίζει, με μια κυριαρχία, την ενότητα του κράτους. Μετά τη συμφωνία Κυπριανού Ντενκτάς του 1979, έλαβαν χώρα συναντήσεις των «συνομιλητών» των δυο πλευρών, του Ελληνοκύπριου Γεώργιου Ιωαννίδης και του Τουρκοκύπριου Omit Suleyman Onan, που κατέληξαν σε αδιέξοδο. Στις συνομιλίες, η τουρκοκυπριακή ηγεσία μιλούσε για ομοσπονδία, μα εξακολουθούσε να εννοεί τη νομιμοποίηση της διχοτόμησης. Ειδικότερα, η τουρκοκυπριακή πλευρά επέμενε στην αποδοχή της δημιουργίας δυο κρατών. Ούτε η τουρκική απαίτηση για «κυριαρχική ισότητα» είναι καινοφανής. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα είπε ο Ντενκτάς σε μια συνέντευξή του στο τουρκοκυπριακό περιοδικό «Olay» στις 16 Ιουλίου 1979: «Η έννοια της ‘‘διζωνικής’’ είναι ότι είμαι ένα κράτος που έχω έδαφος, ως ένα από τα δυο ομόσπονδα κράτη. Είμαι κυρίαρχος σε πολλά πράγματα σε αυτό το έδαφος. Η κυριαρχία μου είναι απόλυτη και κανένας δεν μπορεί να μου την αφαιρέσει». Έτσι ερμήνευσε η Τουρκοκυπριακή πλευρά την έννοια της συμφωνηθείσας «ομοσπονδίας». Ήταν μια στάση συνεπής προς τους προ πολλού χαραχθέντες σχεδιασμούς της Τουρκίας. Όπως προκύπτει από τα όσα επακολούθησαν, η τουρκική στάση δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα ούτε κατά ένα «ιώτα».
Τελικός στόχος της Τουρκίας είναι η κατάκτηση ολόκληρης της Κύπρου. Για χάρη της Ιστορίας, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας για την Κύπρο έχουν προ πολλού εκδηλωθεί. Ήταν η πολιτική τόσο των στρατοκρατών όσο και των νεοοθωμανών. Στην Τριμερή Διάσκεψη του Λονδίνου το 1955 ο τότε Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Φατίν Ζορλού είπε τα εξής αξιοσημείωτα: «Η σημασία της Κύπρου για την Τουρκία δεν προκύπτει από μια μόνο αιτία. Είναι μια αναγκαιότητα που προέρχεται από ιστορικές επιταγές, τη γεωγραφία, την οικονομία και τη στρατιωτική στρατηγική, από το δικαίωμα ύπαρξης και ασφάλειας που είναι το πιο ιερό δικαίωμα κάθε κράτους [...] Κατά τις ιστορικές μεταβολές που γνώρισε η Κύπρος, ένα ήταν πάντα το κοινό στοιχείο: ο δεσμός μεταξύ της Κύπρου και της ηπειρωτικής Μικράς Ασίας. Αυτός που κατέχει την Μικρά Ασία πρέπει για λόγους γεωγραφικούς και στρατηγικούς να κατέχει επίσης και την Κύπρο, διότι η Κύπρος φυλάσσει τα νώτα της Μικράς Ασίας». Ο Γκιουνές, που ήταν ο Υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας κατά την εισβολή δήλωσε απερίφραστα: «Η Κύπρος είναι τόσο πολύτιμη, όπως το δεξί χέρι μιας χώρας που νοιάζεται για την άμυνα της ή για τους επεκτατικούς της στόχους, αν έχει [...] Πολλές χώρες θέλουν να βλέπουν το κυπριακό πρόβλημα μονάχα ως απότοκο της επιθυμίας απλώς να προστατεύσουμε την τουρκική κοινότητα του νησιού. Ενώ το πραγματικό πρόβλημα είναι η ασφάλεια των 45 εκατομμυρίων Τούρκων της πατρίδας...».
Είναι, πραγματικά, λυπηρό που η ηγεσία μας δεν έχει ακόμη αντιληφθεί τόσα χρόνια ότι την Τουρκία, για την πραγμάτωση των διαχρονικών της στόχων, τη βολεύει μια λύση ΔΔΟ, με βάση την «κοινή διακήρυξη» της 11/2/2014 – όπως αυτή την ερμηνεύει - και η οποία οδηγεί στην κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη διαδοχή της από ένα θνησιγενές δυσλειτουργικό κρατικό μόρφωμα που θα καταστήσει, προς το παρόν, την Κύπρο προτεκτοράτο της Τουρκίας. Η Τουρκία δεν επιδιώκει μια γνήσια λύση δυο κρατών, που θα ανατρέψει τα μακροχρόνια σχέδιά της για κατάκτηση ολόκληρης της Κύπρου. Επιδιώκει λύση δύο κρατών που θα της δίδει το δικαίωμα να «κηδεμονεύει» και το ελληνοκυπριακό κράτος, μέχρις ότου το κατακτήσει.
Κατά την ταπεινή μου αντίληψη, στην επόμενη Πενταμερή, η πρόταση για δυο κράτη θα αποτελέσει τουρκικό διαπραγματευτικό χαρτί, για να μπορέσουν, σύμφωνα με τη βρετανική άποψη, «στη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία να χωρέσουν οι ανησυχίες όλων». Εύχομαι να μην επαληθευθούν οι φόβοι που διατύπωσα σε προηγούμενο άρθρο μου για «ευφορία από μια θεαματική τουρκική ‘‘υποχώρηση’’, ώστε η ηγεσία μας να μην έχει άλλη επιλογή παρά να οδηγηθεί, πανηγυρίζουσα, στην υποταγή στις τουρκικές επεκτατικές ορέξεις». (Βλ. άρθρο στον «Φ» υπό τον τίτλο «Γιατί μια λύση Ομοσπονδίας δεν είναι βιώσιμη;». ημερ. 9/10/2016).
Δεν είναι αργά για χάραξη μιας νέας εθνικής στρατηγικής, που θα επιδιώξει μια νέα διαπραγματευτική βάση, με σκοπό την εξεύρεσης της καλύτερης δυνατής ρεαλιστικής λύσης, όπως υπέδειξα στο προηγούμενο άρθρο μου, ημερ. 18/4/20121. Μιας λύσης, που θα είναι βιώσιμη και θα διασφαλίζει την εθνική και φυσική επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού.
Προβάλλεται ο ισχυρισμός – και είναι ευλογοφανής - ότι, αν εγκαταλείψουμε τη γραμμή της ΔΔΟ, θα έλθουμε αντιμέτωποι με τον διεθνή παράγοντα (ΟΗΕ και ΕΕ), που θεωρεί αυτή τη λύση ως τη μόνη εφικτή και βιώσιμη. Πώς, όμως, αναμένονταν από τον διεθνή παράγοντα διαφορετική προσέγγιση, όταν η εκάστοτε ηγεσία μας, για λόγους αυτοδικαίωσης, δεν έσπευσε τον πείσει ότι το κράτος που θα προκύψει από μια τέτοια λύση, εκτός από το ότι θα είναι αντιδημοκρατικό και ρατσιστικό, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει; Θα είναι ένα θνησιγενές κρατικό μόρφωμα και θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη, δημιουργώντας ένα νέο Κυπριακό πρόβλημα. Αντί αυτού, μετέτρεψε την ΔΔΟ σε λάβαρο του αγώνα μας.
Αλλά, μπορούμε και τώρα να αλλάξουμε γραμμή πλεύσης, εκμεταλλευόμενοι τις απροκάλυπτα αποκαλυφθείσες διαχρονικές τουρκικές θέσεις.
Η χάραξη εθνικής στρατηγικής για ανατροπή των τουρκικών σχεδιασμών, προϋποθέτει την ύπαρξη σοβαρού εθνικού διαλόγου, στον οποίο οι διάφορες πολιτικές ηγεσίες, με διαφορετικές απόψεις, ανταλλάσσουν επιχειρήματα. Μόνο με ένα ειλικρινή διάλογο θα υπάρξει ένας σοβαρός στρατηγικός σχεδιασμός, στη βάση των εθνικών συμφερόντων, βασιζόμενος σε αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης. Ο διάλογος - η συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων, ιδεών κ.λπ. - αποτελεί κατ' εξοχήν δημοκρατικό μέσο για την αντιμετώπιση και την επίλυση εθνικών, κυρίως, προβλημάτων. Σε ένα διάλογο, τα επιχειρήματα διαμορφώνονται μετά από επαρκή μελέτη και αξιολόγηση όλων των συναφών παραμέτρων του προβλήματος.
Μετά από ένα σοβαρό διάλογο, λαμβάνονται οι αποφάσεις, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και χωρίς μικροπολιτικούς υπολογισμούς για το πολιτικό κόστος που συνήθως συνεπάγονται – βραχυπρόθεσμα - οι δύσκολες, αλλά σωτήριες πολιτικές αποφάσεις.
Σε περιόδους εθνικής συμφοράς, που διερχόμαστε, απαιτείται ηγεσία που να είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα στο επιθυμητό και το εφικτό, με άλλα λόγια ανάμεσα σε μαξιμαλιστικούς στόχους και συμβιβαστικές λύσεις. Το πρόβλημα δεν είναι υπόθεση θάρρους και αγωνιστικότητας, αλλά σωστής ανάγνωσης του συσχετισμού δυνάμεων και επιλογής πολιτικών που κινούνται πιο κοντά στο χώρο του εφικτού παρά στις επιταγές του επιθυμητού. Βέβαια, άλλο συμβιβασμός και άλλο παράδοση και υποταγή. Για τον χειρισμό των εθνικών ζητημάτων, ο Ελευθέριος Βενιζέλος μας άφησε μια παρακαταθήκη: «N' αντικρύζωμεν τα πράγματα ως έχουν. Όχι αισθηματολογικώς. Να είμεθα θετικοί. N' αφίσωμεν τους θρύλους […] H φρόνησις, η διορατικότης, η προορατικότης, η επαφή με την πραγματικότητα. Ιδού τι θα μας βοηθήση θετικά να επανορθώσωμεν ό,τι είναι επανορθώσιμον».
Σοβαρό εθνικό διάλογο σχετικά με τον χειρισμό του εθνικού μας προβλήματος δεν είχαμε ούτε έχουμε στην Κύπρο. Στη Βουλή, στο Εθνικό Συμβούλιο και στην τηλεόραση, κάθε «συνομιλητής» αποδύεται σ' έναν απέραντο μονόλογο, που επιδίωξή του δεν είναι να πείσει τους άλλους και το κοινό, αλλά η προβολή και η μονοπώληση του πατριωτισμού, κραυγάζοντας και απαγγέλλοντας ανυπόφορες κοινοτοπίες και διασύροντας ή συκοφαντώντας τους άλλους.
Τα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου προσέρχονται στις συνεδρίες προετοιμασμένοι να πουν το προκατασκευασμένο λογύδριό τους και όχι να διεξαγάγουν διάλογο. Είναι, γι’ αυτά, χώρος για πολιτικές αντιπαραθέσεις και για να διαφημίσουν την «αλήθεια», που πιστεύουν ότι μόνο αυτοί κατέχουν.
Οι μεν, ενσπείρουν τη ψευδαίσθηση ότι, με τις διακοινοτικές συνομιλίες και, με βάση τα όσα έχουν μέχρι σήμερα συμφωνηθεί, θα επανενωθεί και απελευθερωθεί η πατρίδα μας. Ενσυνείδητα, παραπλανούν τον λαό ότι με μια λύση ΔΔΟ, με βάση την Κοινή Διακήρυξη της 11/2/2014, θα μετεξελιχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία σε ένα ομόσπονδο κράτος, θα επανενωθεί η Κύπρος, θα φύγουν τα τουρκικά στρατεύματα κατοχής και θα έλθει η ειρήνη. Δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να μην θέλει την ειρήνη και τις αρμονικές σχέσεις τόσο με τους Τουρκοκυπρίους όσο και με την Τουρκία. Να γίνει η Κύπρος η γέφυρα που θα συνενώσει φιλικά τον Ελληνικό και τον Τουρκικό λαό. Είμαστε καταδικασμένοι από τη Γεωγραφία να επιδιώξουμε τούτο. Όμως, άλλο η πραγματική ειρήνη, που θα διασφαλίζει την εθνική επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού, σε ένα κράτος σύγχρονο και δημοκρατικό και άλλο η παράδοση που θα μας ξαναμετατρέψει σε ραγιάδες.
Υπάρχουν και οι δε, οι οποίοι μετέρχονται τον εθνολαϊκισμό, που είναι η χειρίστη μορφή λαϊκισμού. Στον τόπο μας, το επάγγελμα του πατριώτη αποδείχθηκε πολύ προσοδοφόρο. Υπάρχει, προς τούτο, το πρόσφορο έδαφος, που καλλιέργησαν η πικρία και η απελπισία του λαού μας από την εθνική τραγωδία του 1974. Γι’ αυτούς, που μετέρχονται, ως επάγγελμα, τον πατριωτισμό, ισχύουν αυτά που είπε το 1775 ο Samuel Johnson (σε ελεύθερη μετάφραση): «Ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του παλιανθρώπου, του απατεώνα». Αλλά, ισχύουν και τα όσα δηκτικά και γλαφυρά έγραψε ο δικός μας Γεώργιος Σουρής, ο ανεπανάληπτος σατιρικός ποιητής και εκδότης της εφημερίδας «Ρωμιός»: «έχουν μονίμως ως επάγγελμα την σωτηρία της πατρίδος. Δι ο, και αποφεύγουν επιμελώς να την σώσουν. Μετά την σωτηρίαν, δεν θα έχουν επάγγελμα».
Περαιτέρω, αυτές τις μέρες, το τοξικό πολιτικό κλίμα βρίσκεται σε έξαρση, λόγω της προεκλογικής περιόδου που διερχόμεθα, ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει – για να μην νεφελοβατούμε – να αναμένουμε τέτοιες βαθιές τομές, ούτε ένα εθνικό διάλογο, όπως τον προδιαγράφω πιο πάνω. Ούτε και μετά τις βουλευτικές εκλογές θα πρέπει να αναμένεται κάτι τέτοιο, αφού θα αρχίσει, ουσιαστικά, η προεκλογική περίοδος των προεδρικών του 2023.
Για τους πιο πάνω λόγους, ας μου επιτραπεί να επαναλάβω τους φόβους μου, παραθέτοντας τα λόγια που είπε κάποτε ο Περικλής: « περισσότερον φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας». (Θουκυδίδου Ιστορίαι, Α, 144, κατά μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου).
( Φιλελεύθερος, 9/5/2021)