Μετά από προβληματισμό και περίσκεψη αρκετών μηνών, ο γ.γ. του ΟΗΕ αποφάσισε να συγκαλέσει  άτυπη πενταμερής συνάντηση για το Κυπριακό, που  θα πραγματοποιηθεί στη Γενεύη μεταξύ 27 και 29 Απριλίου. Όπως είπε εκπρόσωπος του γ.γ., «σκοπός της συνάντησης θα είναι να προσδιοριστεί αν υπάρχει κοινό έδαφος για να διαπραγματευθούν τα μέρη μια διαρκή λύση του κυπριακού προβλήματος, εντός ενός προβλεπτού ορίζοντα». 

Στη συνάντηση θα είναι απούσα η Κυπριακή Δημοκρατία, όπως συνέβηκε και στις προηγούμενες, άτυπες και μη. Αποτελεί, και αυτό, ένα ακόμη «κεκτημένο» για την Τουρκία, που θεωρεί την Κυπριακή Δημοκρατία «εκλιπούσα». Τέτοιας μορφής συναντήσεις ή Διασκέψεις, άτυπες ή μη, αποβλέπουν στην εξεύρεση διαρκούς λύσης του κυπριακού προβλήματος που θα έχει, ως κατάληξη, την τροποποίηση των Συνθηκών της Ζυρίχης και Λονδίνου. Οι Συνθήκες αυτές, οδήγησαν στην ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξαρτήτου και κυριάρχου  κράτους,  ευθύς μετά το μεσονύκτιο της 15ης προς τη 16η Αυγούστου του 1960. Τότε υπογράφτηκαν το Σύνταγμα, η Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως, η Συνθήκη Εγγυήσεως και η Συνθήκη Στρατιωτικής Συμμαχίας. Συμβαλλόμενο μέρος ήταν, εκτός από τις τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις,  και η Κυπριακή Δημοκρατία.  Σε όποιο διαθέτει στοιχειώδη νομική παιδεία, είναι αντιληπτό ότι μόνο η Κυπριακή Δημοκρατία νομιμοποιείται να συμμετάσχει σε τέτοιας μορφής Διάσκεψη, τυπική ή μη, γιατί μόνο αυτή - και όχι οι δυο κοινότητες -  είναι υποκείμενο διεθνούς δικαίου και συμβαλλόμενο μέρος στις Συνθήκες με τις οποίες θα ασχοληθεί αυτή. 

Μετά τον ορισμό της συνάντησης, ακολούθησαν οι τουρκικές δηλώσεις για το που θα πρέπει να στραφούν οι συνομιλίες:  «Απ’ εδώ και πέρα ξανά διαπραγματεύσεις για την ομοσπονδία δεν θα γίνουν» ανέφερε με αφοριστικό ύφος  ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Και τούτο, γιατί οι Τουρκοκύπριοι,  σύμφωνα με αυτόν, με την εκλογή Τατάρ «ενέκριναν την πολιτική της λύσης δύο κρατών». Ακολούθησε ο νέος εγκάθετος της Τουρκίας Τατάρ, που είπε: «Πάμε σε αυτή τη συνάντηση για να υποστηρίξουμε τη συνεργασία δύο κρατών, με βάση την κυριαρχική ισότητα, που θα συνεργάζονται όντας δίπλα-δίπλα. Άλλωστε αυτό το έχω πει και στον κ. Γκουτέρες όταν μιλήσαμε». Όταν οι Τούρκοι αναφέρονται σε «λύση δυο κρατών», δεν εννοούν, απλά, απόσχιση του κατεχόμενου μέρους από την Κυπριακή Δημοκρατία, την ύπαρξη της οποίας δεν αναγνωρίζουν. Θέλουν, προς το παρόν, να έχουν μιας μορφής επικυριαρχία και στο ελληνοκυπριακό  κράτος,  με το σύστημα των εγγυήσεων. Το δήλωσε, πρόσφατα, ευθαρσώς ο Τούρκος υπουργός Άμυνας, Χουλούσι Ακάρ, από το Αζερμπαϊτζάν: «Δεν έχουμε εγκαταλείψει τα δικαιώματά μας ως εγγυήτρια δύναμη και δεν θα τα εγκαταλείψουμε».

Η μαξιμαλιστική στάση της Τουρκίας, έδωσε μια μοναδική ευκαιρία στην ελληνοκυπριακή ηγεσία να σπάσει τη διαπραγματευτική ομηρεία στην οποία ό κυπριακός ελληνισμός έχει περιέλθει εδώ και 43 χρόνια και να χαράξει μια νέα εθνική στρατηγική, που θα επιδιώξει μια νέα διαπραγματευτική βάση, με σκοπό την εξεύρεσης της καλύτερης δυνατής ρεαλιστικής λύσης, που θα είναι βιώσιμη και θα διασφαλίζει την εθνική και φυσική επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού. Αντί αυτού, η ηγεσία μας προσέρχεται στην πενταμερή με υψωμένο το «λάβαρο» της ΔΔΟ, με βάση την «κοινή διακήρυξη» της  11/2/2014 και τις συγκλίσεις που ακολούθησαν. Για να συνεχιστεί ο εγκλωβισμός της ελληνικής πλευράς σε ένα καταστροφικό διάλογο και να επαληθεύσει  το κυνικό και πικρόχολο σχόλιο του λόρδου Χάνεϊ μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν:  «Οι Ελληνοκύπριοι δεν πρέπει να δραπετεύσουν από το σχέδιο Ανάν και δεν θα δραπετεύσουν».

Ήταν μια ευκαιρία, για την ηγεσία μας, να απαλλαγεί από τα φοβικά της σύνδρομα και να διορθώσει τα λάθη που διέπραξε το 1977.

Η ελληνοκυπριακή ηγεσίας αποδέχθηκε  τη λύση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας (ΔΔΟ), αυτής της αμερικανο - αγγλικής  επινόησης sui generis ομοσπονδίας, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε σοβαρή μελέτη για την έννοια και το περιεχόμενο αυτής της μορφής διακυβέρνησης και χωρίς αντίληψη των αναπόφευκτων συνεπακόλουθων που ενείχε η αποδοχή μιας τέτοιας λύσης. Σε σειρά άρθρων μου προσπάθησα να υποδείξω ότι στην περίπτωση της Κύπρου δεν υφίστανται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για να λειτουργήσει επιτυχώς ακόμα και  ένα «ορθόδοξο» ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης. Η βιωσιμότητα ενός οποιουδήποτε ομοσπονδιακού κράτους εξαρτάται κυρίως και πάνω από όλα από τη θέληση των μερών, που θα το συγκροτήσουν,  να ζήσουν μαζί, με πνεύμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης, συναντίληψης και συνδιαλλαγής, για προώθηση μερικών κοινών σκοπών. Η προϋπόθεση αυτή, που είναι εκ των ων ουκ άνευ στις περιπτώσεις που το ομοσπονδιακό κράτος αποτελείται μόνο από δυο ομόσπονδα κράτη, δεν υπάρχει στην Κύπρο. Ποιοι είναι αυτοί οι κοινοί σκοποί που επιδιώκονται από τις δυο πλευρές σ’ αυτές τις ατέρμονες συνομιλίες; Αλλά, δεν είναι μόνο το τείχος δυσπιστίας και καχυποψίας που χωρίζει τις δυο κοινότητες που καθιστούν μια  τέτοια λύση μη βιώσιμη, αλλά, πρώτιστα, οι κατακτητικοί  σχεδιασμοί της Τουρκίας. 

 Οποιαδήποτε πρόβλεψη για την έκβαση αυτής της συνάντησης στη Γενεύη είναι παρακινδυνευμένη, παρά το ότι, με βάση την απερίφραστα εκδηλωθείσα αρνητική στάση της Τουρκίας, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα έχει θετική κατάληξη. Οι προσδοκίες για την άτυπη πενταμερή συνάντηση της Γενεύης είναι πολύ χαμηλές. Είναι πολύ πιθανόν να μπει η διαδικασία των συνομιλιών «στον αναπνευστήρα» και  η άτυπη συνάντηση της Γενεύης να καταλήξει σε ένα ανακοινωθέν, στο οποίο θα αναφέρεται ότι τα μέρη εκφράζουν την επιθυμία για έναρξη συνομιλιών, και προς αυτή την κατεύθυνση θα συνεχιστούν οι διαβουλεύσεις διά αντιπροσώπων, όπως αυτό που ακολούθησε της Γενεύης το 2017.

Όμως, ελλοχεύει ο κίνδυνος η ελληνοκυπριακή ηγεσία, στην προσπάθειά της να κερδίσει το «παιγνίδι της απόδοσης ευθυνών»  (blame game), να πέσει σε μια καλοστημένη παγίδα. Όπως έχω γράψει σε προηγούμενο άρθρο στον «Φ» στις 9/10/2016, με τίτλο «Γιατί η ομοσπονδιακή λύση δεν είναι βιώσιμη», «δεν γνωρίζουμε αν οι ακραίες θέσεις που προβάλλει η τουρκική πλευρά είναι απλοί θεατρινισμοί, μέρος ενός ‘‘σικέ’’ παιγνιδιού, για να προετοιμαστεί η ευφορία από μια θεαματική τουρκική «υποχώρηση» προς τη ΔΔΟ, ώστε η ηγεσία μας να μην έχει άλλη επιλογή παρά να οδηγηθεί, πανηγυρίζουσα, στην υποταγή στις τουρκικές επεκτατικές  ορέξεις». Μια τέτοια λύση, που θα βασίζεται στη φιλοσοφία του σχεδίου Ανάν και της  Κοινής Διακήρυξης της  11/2/2014, διαμορφωμένη με νέες τουρκικές απαιτήσεις, και που θα προβλέπει την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη διαδοχή της από ένα θνησιγενές δυσλειτουργικό κρατικό μόρφωμα,  που θα το ιδρύσουν δυο «συνιστώντα κράτη»,  με το ψευδεπίγραφο της «διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας», θα ικανοποιήσει τους επεκτατικούς σχεδιασμούς της Τουρκίας και θα  μας οδηγήσει στον εθνικό αυτοχειριασμό.

Και μόνο ο όρος «συνιστώντα κράτη» ή «συνιστώσες πολιτείες» (constituent states), που απαντάται το πρώτον  στο σχέδιο Ανάν ΙΙΙ και συνεχίζει να χρησιμοποιείται και στα επόμενα,  καθώς και στην «Κοινή Δήλωση» των Χριστόφια-Ταλάτ της 23ης Μαΐου 2008 και στην «Κοινή Διακήρυξη» των Αναστασιάδη-Έρογλου της 11ης Φεβρουαρίου 2014, υποδηλώνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα πάψει να υφίσταται και το νέο ομοσπονδιακό κράτος, θα το συστήσουν οι δυο ομόσπονδες πολιτείες. Για το θέμα, έχω ενδιατρίψει σε σχετικό άρθρο μου στον «Φ», ημερ. 27/4/2014. Εμπνευστής του όρου των «constituent states», που δεν απαντάται σε κανένα σύγγραμμα Συνταγματικού Δικαίου, ήταν ο τότε Sir David Hannay, ο σημερινός Lord Hannay of Chiswick. Την εισηγήθηκε στον Alvaro de Soto, τότε ειδικό αντιπρόσωπο του  γ.γ. του ΟΗΕ, με σκοπό να παραπλανήσει την ελληνοκυπριακή ηγεσία και να ικανοποιήσει την Τουρκία, όπως αναφέρει στο βιβλίο του:  Cyprus, The Search for a Solution, 2005. Ενώ προηγουμένως γινόταν λόγος για «συστατικά κράτη» (component states), από το σχέδιο ΙΙΙ και μετά γίνεται μνεία του όρου «συνιστώντα κράτη» (constituent states). Η διαφορά είναι τεράστια. Δεν έγινε «λογοτεχνική αδεία». «Συνιστώντα κράτη» (constituent states) σημαίνει κράτη που θα συστήσουν  ή θα ιδρύσουν το νέο κράτος, ενώ «συστατικά κράτη» (component states) σημαίνει τα κράτη που θα αποτελέσουν τα μέρη, δηλαδή θα είναι συστατικά, του κράτους που υπάρχει και θα μετεξελιχθεί. Ήταν μια από τις «εποικοδομητικές ασάφειες» για τις οποίες ο Hannay επαίρεται  στις σελίδες 151,152 και 208 του βιβλίου του.

Όπως προανάφερα, η αναφορά σε «συνιστώντα κράτη» (constituent states),  που μεταφράζονται, για μετριασμό των εντυπώσεων, σε «συνιστώσες πολιτείες»,  γίνεται στην «Κοινή Δήλωση» των Χριστόφια-Ταλάτ της  23/5/2008 και στην «Κοινή Διακήρυξη» των Αναστασιάδη-Έρογλου της 11/2/2014. Δεν προτίθεμαι να εμπλακώ σε συζήτηση για τα όσα υποστηρίζουν οι «έγκριτοι νομικοί», που επιστράτευσε η ελληνοκυπριακή ηγεσία, για την ερμηνεία των σχετικών προνοιών της Κοινής Διακήρυξης της 11/2/2014. Θα αρκεστώ να σημειώσω ότι η άλλη πλευρά υποστηρίζει μια ερμηνεία εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή που έδωσαν οι έγκριτοι νομικοί. Έτσι, ο Έρογλου τόνιζε ότι η κυριαρχία θα μοιραστεί ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους και στους Ελληνοκύπριους, ενώ πρόσθετε  ότι  «στον νέο συνεταιρισμό θα υπάρχουν δυο ιδρυτικά κράτη. Αυτά θα είναι ίσα» και ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών δήλωνε  ότι  «έγινε αποδεκτό ένα κείμενο το οποίο λαμβάνει υπόψη τις βασικές αρχές που υιοθετεί η τουρκική πλευρά, για μια λύση βασισμένη στα δύο ιδρυτικά κράτη». Επανειλημμένα το τόνισα και θα το επαναλάβω: τις ασάφειες στις διεθνείς  συμφωνίες δεν είναι οι διεθνολόγοι ή οι συνταγματολόγοι που τις ερμηνεύουν,  αλλά οι ισχυροί.

Έχω την άποψη ότι δεν είναι αργά για να ανανήψουμε και να μην κάνουμε το επόμενο βήμα που θα μας οδηγήσει στον κρημνό. Να χαραχθεί από την ηγεσία μας - και αναφέρομαι, ειδικά, στον Πρόεδρο Αναστασιάδη - νέα εθνική στρατηγική, σε συνεργασία με την Ελληνική κυβέρνηση και σύμπλευση μα άλλες χώρες που έχουν τα ίδια με μας συμφέροντα για αναχαίτιση της τούρκικης επεκτατικής πολιτικής.

Με την εισήγησή μου, για χάραξη νέας εθνικής στρατηγικής, δεν εννοώ ανέφικτους  και επικίνδυνους δονκιχωτισμούς. Ο γράφων επανειλημμένα υποστήριξε στην αρθρογραφία του ότι δεν  είναι, ανέφικτη η εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης που θα αποτρέψει την πλήρη πραγμάτωση των τουρκικών σχεδιασμών και θα διασφαλίζει, πρώτιστα, τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας για την εθνική και φυσική επιβίωση του κυπριακού ελληνισμού. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι και θα πρέπει να παραμείνει η ασπίδα για τη σωτηρία του κυπριακού ελληνισμού. Τούτο, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη ηγεσίας που να έχει την αναγκαία πολιτική διορατικότητα και την ικανότητα να  διακρίνει ανάμεσα στο εφικτό και το επιθυμητό, καθώς και τις απαιτούμενες γνώσεις του διεθνούς γεωπολιτικού  περιβάλλοντος, των επιδιώξεων των άλλων καθώς και του συσχετισμού δυνάμεων που υπάρχει, ώστε να μπορεί  να προβεί, με τόλμη και χωρίς ταμπού και φοβίες, στους αναγκαίους συμβιβασμούς, που δεν θα καταλήξουν στην υποταγή, αλλά στη σωτηρία. Ανατρέχοντας στην  ιστορία του  Kυπριακού, δεν βρίσκουμε ηγέτες  που να είχαν αυτά τα χαρίσματα. Στη σημερινή κρίσιμη καμπή που διέρχεται το Κυπριακό, το τοξικό πολιτικό κλίμα, έχει φθάσει, ενόψει και των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, σε τέτοιο ασφυκτικό σημείο, με τις ηγεσίες των κομμάτων να  συνεχίζουν τα μικροπολιτικά τους παιγνίδια και την επικοινωνιακή τους πολιτική για εσωτερική κατανάλωση, εμπαίζοντας  τον λαό και τροφοδοτώντας τον με  ψευδαισθήσεις, ώστε να μην επιτρέπει τη διεξαγωγή ενός σοβαρού εθνικού διαλόγου, για να χαραχθεί μια σωστή γραμμή πλεύσης.

Γι’ αυτό, δεν μπορώ να αποκρύψω τους φόβους μου, επαναλαμβάνοντας  τα λόγια που είπε κάποτε  ο Περικλής: «μάλλον γαρ πεφόβημαι τας οικείας ημών αμαρτίας ή τας των εναντίων διανοίας»  (περισσότερον φοβούμαι τα ιδικά μας σφάλματα παρά τα σχέδια των εχθρών μας).  (Θουκυδίδου Ιστορίαι, Α, 144, κατά μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου).

(Φιλελεύθερος, 18/4/2021)