Η Τουρκία, για την εισβολή της στην Κύπρο το 1974, επεχείρησε να οχυρωθεί πίσω από το Άρθρο IV της Συνθήκης Εγγυήσεως. Το Άρθρο αυτό επιφυλάσσει, σε περίπτωση παραβίασης των προνοιών της Συνθήκης, το δικαίωμα σε μια από τις τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις (Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο), «να προβεί σε ενέργεια με μόνο τον σκοπό της αποκατάστασης του καθεστώτος που δημιουργήθηκε από την παρούσα Συνθήκη». Για την άσκηση του δικαιώματος αυτού, προαπαιτείται η διαβούλευση των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων «αναφορικά με τις παραστάσεις και τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της τήρησης των προνοιών της Συνθήκης».
Καταρχήν, μπορεί ένας να υποστηρίξει ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως, όπως και κάθε σύστημα «εγγυήσεων» με οποιαδήποτε επιγραφή, αντιβαίνουν προς θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, που κατοχυρώνονται από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, όπως είναι η αρχή της αυτοδιάθεσης, της ίσης κυριαρχίας των κρατών μελών του Οργανισμού και της μη επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κράτους. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η αρχή της ίσης κυριαρχίας, για την οποία προνοούν τα Άρθρα 1, 2 και 78 του Καταστατικού Χάρτη. Με βάση την αρχή αυτή, τα κράτη είναι νομικά ίσα και απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων που εκπηγάζουν από την κυριαρχία τους. Περαιτέρω, η νομική προσωπικότητα του κράτους, η εδαφική του ακεραιότητα καθώς και η πολιτική του ανεξαρτησία είναι σεβαστά. Σύμφωνα με το Άρθρο 103, σε περίπτωση αντίθεσης οποιασδήποτε των υποχρεώσεων των μελών του ΟΗΕ που εκπηγάζει από τον Καταστατικό Χάρτη και υποχρέωσης δυνάμει οποιασδήποτε Συνθήκης, υπερισχύει η υποχρέωση που προβλέπεται στον Καταστατικό Χάρτη.
Επίσης, το Άρθρο 2(7) του Καταστατικού Χάρτη απαγορεύει ακόμα και στον ίδιο τον ΟΗΕ την επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις, οποιουδήποτε κράτους. Μοναδική εξαίρεση προβλέπεται στην περίπτωση που το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφασίσει μέτρα εναντίον κράτους-μέλους, με βάση το κεφάλαιο VII, όταν κινδυνεύει η παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια. Η προστασία και η εγγύηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου Ασφαλείας, που ανάλογα με την ένταση της κρίσης αποφασίζει τις μεθόδους επίλυσής της. Αυτές αρχίζουν από τις μεθόδους ειρηνικής επίλυσης που προβλέπει το άρθρο 33 (μεσολάβηση, διαπραγμάτευση, δικαστικός διακανονισμός κ.λπ.) και φθάνουν μέχρι και τη χρήση βίας.
Η πρόνοια του Άρθρου IV της Συνθήκης, ερμηνευόμενη με βάση την επιταγή του προαναφερθέντος Άρθρου 103 του Καταστατικού Χάρτη, δεν επιτρέπει στρατιωτική επέμβαση και άσκηση ένοπλης βίας. Σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, η προσφυγή στην ένοπλη βία δικαιολογείται μόνο σε δύο περιπτώσεις, αυτές που προβλέπονται στα Άρθρα του 42 και 51 του Κεφαλαίου 7. Στο μεν Άρθρο 42, το Συμβούλιο Ασφαλείας νομιμοποιείται «να προβεί, από αέρος, διά θαλάσσης ή από ξηράς σε τέτοιου είδους ενέργεια, προκειμένου να προστατεύσει ή να αποκαταστήσει την ειρήνη και την ασφάλεια». Το Άρθρο 51 νομιμοποιεί τη χρήση βίας «για λόγους αυτοάμυνας». Τις απόψεις αυτές, υποστήριξαν εγνωσμένου κύρους διεθνολόγοι όπως ο Hans Kelsen στη σχετική γνωμοδότησή του στον ΟΗΕ, όταν εξεταζόταν η εισδοχή της Κύπρου στον Οργανισμό. Ο Kelsen, παρά το ότι δέχεται ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως θα είναι μια έγκυρη διεθνής συμφωνία όταν τεθεί σε ισχύ και δεν εμποδίζει την εισδοχή της Κύπρου στην οικογένεια του ΟΗΕ, εντούτοις είναι κατηγορηματικός στο ότι το προαναφερθέν Άρθρο IVτης Συνθήκης «δεν μπορεί έγκυρα να ερμηνευθεί ότι παρέχει στις Εγγυήτριες Δυνάμεις απεριόριστο δικαίωμα επέμβασης με χρήση ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της Συνθήκης. Παρόμοια χρήση βίας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο σε περιπτώσεις αυτοάμυνας ή με την εξουσιοδότηση του ΟΗΕ ή μετά από πρόσκληση του κυπριακού κράτους». Περίπτωση αυτοάμυνας είναι «η περίπτωση κατά την οποία το Κυπριακό Σύνταγμα ανατρέπεται από εσωτερική επανάσταση, η οποία στοχεύει είτε στον περιορισμό των μειονοτικών δικαιωμάτων είτε σε ένωση με άλλο κράτος ή σε διχοτόμηση» ή «αν, κατά τη διάρκεια μιας επανάστασης, γινόταν ένοπλη επέμβαση κατά των στρατευμάτων μιας εγγυήτριας δύναμης που βρίσκονται σταθμευμένα στην Κύπρο». Τα ίδια υποστηρίζουν και ο Soskice στη γνωμοδότησή του στις 1/11/1963 και ο Eli Lauterpacht στη γνωμοδότησή του το 1964. Αξιοσημείωτες, επίσης, είναι και οι θέσεις που υποστηρίζουν οι D.W. Bowett και I. Brownlie. Ο πρώτος απορρίπτει την επίκληση του δικαιώματος για την προστασία μη υπηκόων και ο δεύτερος υποστηρίζει πως γενικά το δικαίωμα αυτοάμυνας κράτους για προστασία υπηκόων του έχει ήδη ρητά καταργηθεί με την υιοθέτηση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Πέραν τούτου, η Τουρκία παραβίασε τη Συνθήκη γιατί ενήργησε μονομερώς, χωρίς να προηγηθούν οι απαιτούμενες διαβουλεύσεις. Τούτο υπέδειξε και ο τότε Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Callaghan στη Διάσκεψη της Γενεύης στις 13/8/1974. Επίσης, καταφάνηκε περίτρανα ότι η επέμβαση δεν απέβλεπε στην «αποκατάσταση του καθεστώτος που δημιουργήθηκε» με βάση τη Συνθήκη. Όχι μόνο δεν επανάφερε την κατάσταση πραγμάτων που εγκαθιδρύθηκε στην Κύπρο, με βάση το Σύνταγμα του 1960, αλλά προέβηκε σε βίαιο διαχωρισμό του εδάφους της Δημοκρατίας από το 1974 και, στη συνέχεια, κατασκεύασε το κρατικό έκτρωμα της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου».
Η ένοπλη επέμβαση της Τουρκίας του 1974, με πρόσχημα άσκηση δικαιωμάτων με βάση τη Συνθήκη Εγγυήσεως που κατέληξε στην παράνομη κατοχή κυπριακού εδάφους συνιστά «επιδρομή», σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε στον όρο αυτό η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ με την Απόφασή της 2330/67 στις 11/12/167. (Κριτων Γ. Τορναρίτης, Η νομική πτυχή του Κυπριακού προβλήματος, 1983, σελίδες 48, 49).
Τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι η Τουρκία, εισβάλλουσα στην Κύπρο το 1974, παραβίασε τόσο τη Συνθήκη Εγγυήσεως όσο και θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου. Επίσης, έχει καταφανεί ότι, γενικά, ένα σύστημα «εγγυήσεων», με οποιαδήποτε επιγραφή, αντιστρατεύεται αυτές τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, που κατοχυρώνονται από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ. Δυστυχώς, όμως, όπως επανειλημμένα σημείωσε ο γράφων σε προηγούμενα άρθρα του, δεν είναι οι διεθνολόγοι που ερμηνεύουν το διεθνές δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες αλλά οι ισχυροί. Ειδικά, στην περίπτωση της Κύπρου, το διεθνές δίκαιο έχει προ πολλού παραμεριστεί, ηττημένο από τη δύναμη της τουρκικής βουλιμίας και τις στρατηγικές ανάγκες των ισχυρών συμμάχων της στη περιοχή μας.
Η Τουρκία δεν αρκείται στην προσάρτηση των κατεχομένων. Επιδιώκει να έχει υπό την επικυριαρχία της και την υπόλοιπη Κύπρο, για να την κατακτήσει όταν οι συνθήκες της το επιτρέψουν. Για το λόγο αυτό, η Τουρκία θα επιμείνει σε μορφή εγγυήσεων που θα της επιτρέπει, είτε με σαφήνεια είτε με «εποικοδομητική ασάφεια», σε χρόνο που θα κρίνει αυτή κατάλληλο, να επαναλάβει, οπλισμένη με τη νομιμοφάνεια που επικαλέστηκε του 1974, στρατιωτική εισβολή για να ολοκληρώσει τα επεκτατικά της σχέδιά, που εντάσσονται στο όραμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους της. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν καταλύθηκε. Διατήρησε τη νομική της υπόσταση και προχώρησε στο να καταστεί μέλος στη μεγάλη οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ενόψει των όσων εκτίθενται πιο πάνω, εγείρεται το ερώτημα: Γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία, επικαλούμενη τη Σύμβαση της Βιέννης επί του Δικαίου των Συνθηκών η οποία κυρώθηκε με το Νόμο 62 του 1976, δεν προέβηκε, από το 1974 μέχρι σήμερα, σε καταγγελία της Συνθήκης Εγγυήσεως, λόγω της κατάφορης παραβίασής της από μέρους της Τουρκίας; Δυστυχώς, επιδείχθηκε και σ’ αυτή την περίπτωση ατολμία και έλλειψη σχεδιασμού. Είχαμε ένα αξιόλογο νομικό οπλοστάσιο, που το αφήσαμε να σκουριάσει.
(Φιλελεύθερος, 10/8/2025)