Πολλά έχουν γραφεί και ειπωθεί για τον ρόλο των ΗΠΑ και, ειδικά, του Κίσινγκερ και της CIA, τόσο κατά τη λήψη και εκτέλεση της απόφασης του πραξικοπήματος, όσο και για την τουρκική εισβολή που ακολουθήσε. Τώρα, αποχαρακτηρισμένα απόρρητα έγγραφα, που είδαν το φως της δημοσιότητας σε αξιόλογα βιβλία που συνέγραψαν σοβαροί ιστορικοί ερευνητές, μας προσφέρονται, ως αξιόπιστες πρωτογενείς πηγές, για να βγάλουμε μερικά ασφαλή συμπεράσματα. Άξια ειδικής αναφοράς είναι Τα Μυστικά Αρχεία του Κίσινγκερ των Κώστα Βενιζέλου και Μιχάλη Ιγνατίου και Ένα Σκοτεινό Δωμάτιο του Αλέξη Παπαχελά. Τα συμπληρώνει ο τελευταίος τόμος των Απομνημονευμάτων του Χένρι Κίσινγκερ, Years of Renewal, που κυκλοφόρησε το 1999.
Δεν υπάρχει, τώρα, καμιά αμφιβολία ότι κυβέρνηση των ΗΠΑ και ο Κίσινγκερ πρέπει να ήταν ενήμεροι για τα σχέδια του Ιωαννίδη να ανατρέψει με πραξικόπημα τον Μακάριο. Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονταν και αφορούσαν την εσωτερική κατάσταση στην Κύπρο και τα σχέδια ανατροπής του Μακαρίου, φαίνεται ότι αντιμετωπίζονταν με σχετική απάθεια. Τούτο, προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονταν οι εκθέσεις και παραστάσεις του Τόμας Μπόγιατ, διευθυντή του Γραφείου Κύπρου στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ από τις αρχές του 1972, ο οποίος προειδοποιούσε συνεχώς πως, αν οι ΗΠΑ δεν επέμβουν άμεσα, η κρίση στην Κύπρο θα είχε τραγικές συνέπειες. Επίσης, και ο υπεύθυνος των ελληνικών υποθέσεων στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ Τζον Ντέι, κατάλαβε και αυτός την κρισιμότητα της κατάστασης και συμμεριζόταν τις ανησυχίες του Τόμας Μπόγιατ. Την ίδια άποψη είχε και ο Ρόμπερτ Ντίλον, που είχε την ευθύνη για την Ελλάδα και την Τουρκία στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Για τον ρόλο και την όλη συμπεριφορά της αμερικανικής κυβέρνησης και της CIA, κατά την κρίση στην Κύπρο, ασχολήθηκε η Επιτροπή Μυστικών Υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, υπό την προεδρία του βουλευτή των Δημοκρατικών Ότις Πάικ. Σύμφωνα με τα πορίσματα της Επιτροπής, είναι ολοφάνερο ότι η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα «δεν έκανε κανένα βήμα για να υπογραμμίσει στον Ιωαννίδη τη μέγιστη ανησυχία των Ηνωμένων Πολιτειών για πιθανή απόπειρα πραξικοπήματος στην Κύπρο. [...]Η Επιτροπή πιστεύει ότι οι ισχυρές αμερικανικές παραστάσεις στον Ιωαννίδη, θα μπορούσαν να προλάβουν την κρίση». Στη συνέχεια, η Επιτροπή αποφαίνεται ότι η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών «πρέπει να συμφωνήσει ότι φέρει ένα μερίδιο ευθύνης για την τραγωδία στην Κύπρο. Επίσης, η CIA φέρει ευθύνη γιατί δεν πρόβλεψε την τουρκική εισβολή στην κυριολεξία μέχρι τις τελευταίες ώρες».
Μετά το πραξικόπημα, ο κύριος στόχος της πολιτικής των ΗΠΑ ήταν η αποφυγή ενός πολέμου μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Στην προσπάθεια των ΗΠΑ να αποτρέψουν ένα πόλεμο μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο άρχισε, στις 18 Ιουλίου, μια περιοδεία στο Λονδίνο, την Αθήνα και την Άγκυρα, με συνοδεία έντεκα συνεργατών του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Τόμας Μπόγιατ, διευθυντής του Γραφείου Κύπρου.
Όταν έφτασε στο Λονδίνο, εκεί ήταν και ο Ετσεβίτ. Είδε τον βρετανό υπουργό Εξωτερικών Τζέιμς Κάλαχαν ο οποίος τον πληροφόρησε ότι ο Ετσεβίτ ήταν αποφασισμένος να ασκήσει το, κατά την άποψή του, δικαίωμα της Τουρκίας να επέμβει. Στη συνέχεια, συνάντησε τον Ετσεβίτ. Η συνάντηση μαζί του ήταν θυελλώδης. Στη συνάντηση, ο Ετσεβίτ έδωσε στον Σίσκο μια δακτυλογραφημένη σελίδα, που περιείχαν τους όρους που έπρεπε να τηρηθούν, για να μη αναλάβει η Τουρκία στρατιωτική επιχείρηση. Μεταξύ των όρων ήταν: Να παραδώσει την εξουσία ο Σαμψών. Η Ελλάδα να δεχθεί να υπογράψει συμφωνία για τη δημιουργία ομοσπονδιακού κράτους, το οποίο θα αποτελούσαν οι δυο κοινότητες. Να εξασφαλιστεί για τις τουρκικές δυνάμεις έξοδος προς τη θάλασσα της Κερύνειας. Επίσης, ζήτησε από τον Σίσκο να μην σταθούν οι ΗΠΑ εμπόδιο στα τουρκικά σχέδια, τονίζοντας, σύμφωνα με τη συνέντευξη που έδωσε ο Σίσκο στους συγγραφείς του βιβλίου Τα Μυστικά Αρχεία του Κίσινγκερ, τα ακόλουθα: « Τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά από το 1964. Αυτή τη φορά θα το κάνουμε με τον δικό μας τρόπο». Στην ίδια συνέντευξη, ο Σίσκο ανέφερε ότι μεταξύ των όρων του Ετσεβίτ ήταν, αρχικά, όπως επανέλθει στην εξουσία ο Μακάριος. Όμως, αυτός ο όρος αποσύρθηκε την επομένη. Σε δεύτερη συνάντηση που είχαν οι δυο άντρες στο Λονδίνο, ο Ετσεβίτ ανέφερε στον Σίσκο ότι η Τουρκία δεν μπορεί να ανεχθεί την κατάσταση που δημιουργήθηκε και ότι «πραγματοποιείται μια έρπουσα ένωση» Ζήτησε να υπάρξουν δυο αυτόνομες προσωρινές κυβερνήσεις. Στην Αθήνα, ο Σίσκο συνάντησε τον Ιωαννίδη στον οποίο προσπάθησε να εξηγήσει ότι η κατάσταση οδηγεί σε ελληνοτουρκική σύρραξη.
Όταν άρχισε η εισβολή, στις 20 Ιουλίου, ο Σίσκο βρισκόταν στην Άγκυρα. Ο Σίσκο έσπευσε αμέσως να συναντήσει τον Ετσεβίτ στο γραφείο του, όπου ο τελευταίος ψυχρά και ωμά του ανακοίνωσε ότι το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. «Τα πλοία μας ξεκινούν για την Κύπρο. […] Δεν θα μας σταματήσετε και τώρα. Δεν θα επαναλάβω το λάθος του Ινονού». Στη συνέχεια, ο Σίσκο επικοινώνησε με τον Κίσινγκερ στον οποίο εισηγήθηκε την παρέμβαση του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Κουρτ Βάλντχαϊμ ώστε να σταλούν οι άντρες της Ειρηνευτικής Δύναμης στα παράλια της Κερύνειας. Αν γίνει αυτό, υπογράμμισε ο Σίσκο, ο Ετσεβίτ θα αναγκαστεί να ακυρώσει την εντολή επέμβασης. Ο Κίσινγκερ απέρριψε την εισήγηση και, όπως αναφέρει στη συνέντευξη που έδωσε ο Σίσκο στους συγγραφείς του βιβλίου Τα Μυστικά Αρχεία του Κίσινγκερ, του έδωσε εντολή να αναχωρήσει για την Αθήνα και να πράξει ό,τι ήταν δυνατό για να αποτρέψει τον πόλεμο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Κίσινγκερ και ο Ετσεβίτ δεν είχαν καμιά τηλεφωνική επικοινωνία πριν από την εισβολή. Επικοινώνησαν τηλεφωνικώς στις 21 Ιουλίου.
Όταν, στη συνέχεια, ο Σίσκο και η συνοδεία του έφθασαν στην Αθήνα από την Άγκυρα, πήγαν κατευθείαν στο Πεντάγωνο, στο γραφείο του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόρη Μπονάνου, όπου συνάντησαν την πολιτική κα στρατιωτική ηγεσία, συμπεριλαμβανομένου και του Ιωαννίδη. Στη συνάντηση ήταν παρών και ο Τάσκα. Είναι σ’ αυτή την συνάντηση που ο Ιωαννίδης κτύπησε το χέρι του στο τραπέζι και είπε: «Μας εξαπατήσατε, όπως κάνατε και προ ημερών, όταν μας υποσχεθήκατε ότι ο Έκτος Στόλος θα περιπολούσε τα στενά της Μερσίνης, ώστε να αποτρέψει την αποβατική ενέργεια».
Όπως διαπιστώνει και ο Αλέξης Παπαχελάς στο βιβλίο του, όταν άρχισε η τουρκική εισβολή, ο Κίσινγκερ ένα και μόνο σκοπό είχε: Να αποτρέψει ένα ελληνοτουρκικό πόλεμο, πείθοντας, προς τούτο, τους Έλληνες να μην αντιδράσουν. Τηλεφώνησε στον Νίξον ο οποίος βρισκόταν στην Καλιφόρνια. Είναι χαρακτηριστική η πιο κάτω στιχομυθία μεταξύ των δυο ανδρών: Κίσινγκερ: Αν οι Έλληνες δεν πάνε σε πόλεμο ως το πρωί, θα είμαστε εντάξει. Νίξον: Αν οι Έλληνες πάνε σε πόλεμο, θα επιστρέψω στην Ουάσιγκτον. Κίσινγκερ: Και θα κόψουμε κάθε βοήθεια. Νίξον: Αυτό θα σταματήσει τον πόλεμο. Κίσινγκερ: Δεν θα μπορέσουν να πολεμήσουν για πολύ τότε».
Την επομένη, στις 21 Ιουλίου, ο πρόεδρος Νίξον έστειλε δυο ξεχωριστές αλλά παρόμοιες επιστολές στους προέδρους της Ελλάδας και της Τουρκίας στις οποίες τους ζητούσε να συμφωνήσουν «σε μια εκεχειρία στις 4 μ.μ. (ώρα Ελλάδας). Αν δεν συμφωνήσετε στην εκεχειρία ως τότε, οι ΗΠΑ, παρά τους δισταγμούς μας, θα αναγκαστούν να αναθεωρήσουν όλες τις σχέσεις τους στην περιοχή». Φαίνεται ότι η τουρκική επιχείρηση δεν ήταν καλά οργανωμένη, με αποτέλεσμα, οι τουρκικές δυνάμεις να μην μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους στον χρόνο που σχεδίαζαν και, για τον λόγο αυτό, ο Ετσεβίτ ήθελε να κερδίσει χρόνο, ώστε τα τουρκικά στρατεύματα να ενισχύσουν το προγεφύρωμα που είχαν φτιάξει μετά την απόβαση. Οι Τούρκοι καθυστερούσαν και ανέβαλλαν συνεχώς την εκεχειρία. Η ελληνική κυβέρνηση ήταν αγανακτισμένη με αυτές τις παλινωδίες της Τουρκίας. Ο Ανδρουτσόπουλος, σε συνεννόηση με τον Γκιζίκη και τον Ιωαννίδη, αποφάσισαν να «εξαφανιστούν» και να διακόψουν τις επαφές με τον Σίσκο και τον Τάσκα. Ο Σίσκο, στη συνέντευξη που έδωσε στον Αλέξη Παπαχελά, του είπε: «Σε ότι αφορά εκείνη τη συγκεκριμένη περίοδο, ο στρατηγός Μπονάνος ήταν η ελληνική κυβέρνηση». Στην ίδια συνέντευξή του, ο Σίσκο παρατήρησε ότι: «Όπως και να ελήφθη η απόφαση, πάντως η Ελλάδα ορθά πράττουσα, σοφά πράττουσα κατά την κρίση μου, αποφάσισε να μην πάει σε πόλεμο εναντίον της Τουρκίας».
Ο Κίσινγκερ σε σύσκεψη με τους συνεργάτες του στις 5/8/1974 τόνισε ότι η εισβολή ήταν αναπόφευκτη και ότι δεν μπορούσε κανείς να την αποτρέψει. «Το 1974, χάρη στη βλακεία της ελληνικής χούντας, στους Τούρκους έπεσε ο πρώτος αριθμός του λαχείου. Δεν υπήρχε κυβέρνηση στην Κύπρο που να αναγνωρίζεται από οποιονδήποτε, έτσι δεν έκαναν επίθεση σε νόμιμη κυβέρνηση, αλλά υπήρχε ένας άντρας που θεωρούνταν διεθνώς φονιάς και μια κυβέρνηση στην Ελλάδα που ήταν διεθνώς απόβλητη, που κανένας δεν την υποστήριζε». Κατά τον Κίσινγκερ, ένας λόγος που ο Ετσεβίτ ήταν άκαμπτος και δεν ήταν δυνατό να μεταπειστεί και να αλλάξει την απόφασή του για την εισβολή, ήταν γιατί δεν είχε την αυτοδυναμία στην Εθνοσυνέλευση. Αλλά, και αν την είχε, ελάχιστες πιθανότητες υπήρχαν να άλλαζαν τα πράγματα. Η έκβαση θα ήταν σε γενικές γραμμές η ίδια.
Με βάση τα μέχρι σήμερα αποκαλυφθέντα στοιχεία, μπορεί να μην προκύπτει με βεβαιότητα ότι οι ΗΠΑ συμμετείχαν ενεργά στη διαμόρφωση της απόφασης για διενέργεια του πραξικοπήματος, όμως, είναι αναμφισβήτητο πως , ενώ ο Κίσινγκερ ήταν ενήμερος από πληροφορίες και εκθέσεις αρμοδίων λειτουργών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τα σχέδια του Ιωαννίδη να ανατρέψει με πραξικόπημα τον Μακάριο, συνειδητά δεν επενέβη. Δεν επενέβη άμεσα και αποφασιστικά, όπως οι ΗΠΑ είχαν κάνει το Φεβρουάριο του 1972. Οι δικαιολογίες που γράφει στα Απομνημονεύματά του, για τα οποία γίνεται λόγος πιο κάτω, δεν πείθουν. Μπορεί, ακόμη, κάποιος να ισχυριστεί ότι, με την όλη στάση του, ενεθάρρυνε τον Ιωαννίδη στη διάπραξη του πραξικοπήματος, δίνοντάς του την εντύπωση ότι οι ΗΠΑ έβλεπαν ευνοϊκά ένα πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, γιατί, τούτο, θα είχε, ως συνέπεια, την επέμβαση της Τουρκίας και τη διχοτόμηση της Κύπρου, πράγμα που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά των ΗΠΑ. Αξίζει, εν προκειμένω, να αναφερθεί και το συμπέρασμα της Επιτροπής Μυστικών Υπηρεσιών της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, που συστάθηκε, υπό την προεδρία του Ότις Πάικ, ότι «οι ισχυρές αμερικανικές παραστάσεις στον Ιωαννίδη, θα μπορούσαν να προλάβουν την κρίση».
Επίσης, είναι αμφίβολο αν ο Ιωαννίδης, προκειμένου να κάμψει τους δισταγμούς των Γκιζίκη, Μπονάνου και Ανδροτσόπουλου, τους διαβεβαίωνε ότι είχε «συνεχείς και έντονες υποσχέσεις και εγγυήσεις από όλους τους ενδιαφερομένους και δη από τας ΗΠΑ ότι, σε περίπτωση πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, η Τουρκία δεν θα επενέβαινε, όπως ισχυρίστηκε ο Γκιζίκης στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων. Θεωρώ ότι ο Γκιζίκης δεν είπε όλη την αλήθεια. Πολύ πιθανόν να αποκάλυψε σ’ αυτούς τους στενούς συνεργάτες του, τις πραγματικές πληροφορίες που είχε ή, μάλλον, τις συνεννοήσεις που έκανε, ότι οι Τούρκοι θα περιορίζονταν σε ένα μικρό τμήμα της Κύπρου, στην επαρχία της Κερύνειας και θα ακολουθούσε, όπως πίστευε, η ένωση του υπόλοιπου μέρους του νησιού με την Ελλάδα. Γι’ αυτό και δεν υπήρξε ελληνική αντίδραση κατά τις πρώτες ώρες της εισβολής. Ο Ιωαννίδης έγινε έξαλλος όταν κατάλαβε ότι οι Τούρκοι προχωρούσαν και, σε σύσκεψη που έγινε στην Αθήνα με τον υφυπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ Σίσκο, ο Ιωαννίδης οργισμένος του είπε: «Μας εξαπατήσατε».
Όταν εκδηλώθηκε η τουρκική εισβολή, ο Κίσινγκερ, ο οποίος τότε ήταν ο απόλυτος άρχων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, όχι μόνο δεν αντέδρασε, αλλά και δέχθηκε ευμενώς τους διχοτομικούς σχεδιασμούς της Τουρκίας, γιατί, όπως ωμά δήλωνε, η διχοτόμηση εξυπηρετούσε τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην περιοχή. Αξίζει, εν προκειμένω, να επισημανθεί ότι ο Κίσινγκερ και ο Ετσεβίτ δεν είχαν καμιά τηλεφωνική επικοινωνία πριν από την εισβολή. Επικοινώνησαν τηλεφωνικώς στις 21 Ιουλίου. Η όλη προσπάθειά του επικεντρώθηκε στο να αποφευχθεί ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος. Προκειμένου να επιτύχει τούτο, κατάφερε να πείσει την Ελλάδα και τον Μακάριο να αποδεχθούν τις πραγματικότητες που δημιούργησε η εισβολή.
Όταν διεξάγονταν οι Διασκέψεις της Γενεύης (25 ως τις 30 Ιουλίου 1974 και 8 ως τις 14 Αυγούστου 1974), οι ΗΠΑ, στις οποίες την προεδρία ανέλαβε ο Φορντ μετά την παραίτηση του Νίξον, ήταν ενήμεροι για τις τουρκικές διχοτομικές θέσεις και την αποφασιστικότητα της Τουρκίας να επεκτείνει την περιοχή που κατείχαν τότε τα τουρκικά στρατεύματα. Ο Κίσινγκερ στις 10 Αυγούστου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Φορντ και τον ενημέρωσε για την κατάσταση στην Κύπρο και για τα όσα λάμβαναν χώρα στη Διάσκεψη της Γενεύης στην οποία είχε σταλεί ο Άρθουρ Χάρτμαν «για να συμβάλει» σ’ αυτή. Μεταξύ άλλων, του ανάφερε: «Οι Τούρκοι προτείνουν δυο περιοχές, μια τουρκική και μια ελληνική. Νομίζω ότι μπορούμε να πιέσουμε τους Έλληνες να αποδεχθούν δυο ή τρεις αυτόνομες τουρκικές περιοχές, αλλά όχι μια ενιαία περιοχή. Κάτι τέτοιο θα απέτρεπε τη μεταφορά πληθυσμών».
Ο πρέσβης της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον Μελίχ Εσενμπέλ επικοινώνησε με τον Σίσκο αργά το απόγευμα της 12ης Αυγούστου και του ανέφερε, σύμφωνα με σημείωμα που έστειλε ο τελευταίος στον Κίσινγκερ, τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να επεκταθεί η κατοχική γραμμή, ώστε η υπό κατοχή περιοχή να είναι οικονομικά βιώσιμη. Επίσης, ο Τούρκος πρέσβης, σε συνάντησή του με τον Σίσκο, του ανέφερε ότι η διπλή ένωση ήταν εκτός θέματος, εφόσον η τουρκική κυβέρνηση δεν ήθελε «άλλο ένα ελληνικό νησί να περιβάλλει την Τουρκία».
Σε σχέση με το θέμα που πραγματεύεται το παρόν άρθρο, αρκετά ενδιαφέροντα είναι τα πιο κάτω, που αναφέρει ο Χένρι Κίσινγκερ στον τελευταίο Τόμο των Απομνημονευμάτων του:
Ο Κίσινγκερ θεωρεί μυθολογία τον ισχυρισμό ότι ο Νίξον και αυτός προκάλεσαν την κρίση, για να εκδικηθούν τον Μακάριο, ή, για προώθηση γεωπολιτικών σκοπών, σε συνεργασία με την Τουρκία. Όμως, στο σχετικό Μέρος του βιβλίου του, στις σελίδες 195, 196, δεν αποκρύπτει τις προτιμήσεις του για τη διχοτόμηση της Κύπρου, ως τη μόνη σωστή λύση του προβλήματος. Για τον Μακάριο, εκφράζεται πολύ απαξιωτικά. Τον χαρακτηρίζει πανούργο. Δεν τον θεωρεί απειλή αλλά οχληρία και τονίζει ότι ουδέποτε σχεδίασε τον παραμερισμό του. Κατά τον Κίσινγκερ, η αρχή της πλειοψηφίας εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που η μειοψηφία έχει τη δυνατότητα να καταστεί πλειοψηφία ή όπου το δικαστικό σύστημα είναι τόσο ισχυρό, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία της μειοψηφίας. Στην περίπτωση της Κύπρου, δεν υφίστανται αυτές οι προϋποθέσεις. Η τουρκική μειονότητα προστατεύθηκε εγκλωβισμένη σε παράνομα εξοπλισμένους θυλάκους και όχι δια της δικαστικής οδού.
Προσπαθώντας ο Κίσινγκερ να αποσείσει τις ευθύνες του, ρίχνει την ευθύνη στον Μακάριο ο οποίος για μια ακόμη φορά δοκίμασε «την επιδεξιότητά σε ψηλό σύρμα» (his dexterity on the high wire) με καταστροφικά, αυτήν τη φορά, αποτελέσματα, στέλνοντας την επιστολή της 2ας Ιουλίου στον Πρόεδρο της Ελλάδας. (σ. 205). Παράλληλα, επικαλείται την απασχόληση στην κρίση του Γουοτεργκέιτ για να δικαιολογήσει την αδράνεια των Ηνωμένων Πολιτειών στο να αποτρέψουν το πραξικόπημα. Ο Κίσινγκερ επιβεβαιώνει την άποψη ότι η Τουρκία, μετά την εισβολή, το τελευταίο πράγμα που είχε κατά νουν ήταν η επαναφορά του προηγούμενου status quo στην Κύπρο. Όλες οι συνθήκες την ευνοούσαν για να πραγματοποιήσει τον στόχο που σχεδίαζε για πέραν της δεκαετίας, που ήταν η διχοτόμηση. Ο Νίξον αντιμετώπιζε δίωξη, το καθεστώς που κυβερνούσε την Κύπρο ήταν παράνομο και δεν αναγνωριζόταν από οποιαδήποτε χώρα και η ελληνική χούντα ήταν ένας διεθνής παρίας. (σ. 214).
Για τον Κίσινγκερ, γεωπολιτικοί λόγοι καθιστούν την Τουρκία πολυτιμότερο σύμμαχο για τις ΗΠΑ από την Ελλάδα. Την θεωρεί πιστό και αναντικατάστατο σύμμαχο. Αρκετά ενδιαφέροντα είναι τα επιχειρήματα που προβάλλει για να υποστηρίξει τη θέση του ότι με την τούρκικη εισβολή, κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε αμερικανικός οπλισμός, δεν παραβιάστηκε ο Νόμος περί Ξένης Βοήθειας (Foreign Assistance Act) ο οποίος απαγορεύει τη χρήση του χορηγούμενου αμερικανικού οπλισμού για σκοπούς άλλους από εθνική αυτοάμυνα. Κατά τον Κίσινγκερ, η κυπριακή κρίση εμπεριείχε για την Τουρκία ουσιώδη στοιχεία διεθνούς ασφάλειας. Κακίζει την απόφαση του Κογκρέσου για το εμπάργκο όπλων προς την Τουρκία και τη θεωρεί ως απόφαση που αντιστρατεύεται τα συμφέροντα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Παράλληλα, θεωρεί ότι η απόφαση κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην επίλυση του Κυπριακού. (σελίδες 225, 226 και 234).
(Φιλελεύθερος, 31/8/2025)