(Τελετή παρουσίασης του βιβλίου «Αρχέγονα Δίκαια στις 17/6/2025)
Αξιότιμες κυρίες, αξιότιμοι κύριοι,
Αισθάνομαι την ανάγκη να απευθυνθώ, πρώτα, σε όλους εσάς, χωρίς οποιαδήποτε διάκριση με βάση πρωτόκολλα, και να σας ευχαριστήσω για την τιμητική σας παρουσία στην αποψινή εκδήλωση της παρουσίασης του βιβλίου μου, που οργάνωσε το Πανεπιστήμιο Frederick και ο εκδοτικός οίκος Hippasus, τους οποίους, επίσης, ευχαριστώ.
Επίσης, ευχαριστώ τον αγαπητό μου κ. Γιώργο Δημοσθένους, την αγαπητή μου κα Βασιλική Καραγκούνη και τον αγαπητό μου κ. Αχιλλέα Αιμιλιανίδη για τα όσα καλά λόγια μού επιδαψίλευσαν. Τον κ. Αιμιλιανίδη ευχαριστώ θερμά και για τη μεγάλη τιμή που μου έκανε να προλογίσει το βιβλίο.
Όμως, ιδιαίτερες ευχαριστίες επιθυμώ να εκφράσω στους συντελεστές της έκδοσης του βιβλίου. Στην επικεφαλής του εκδοτικού οίκου Hippasus κα Ήρα Αιμιλιανίδου και στους συνεργάτες της και, ειδικά, στον πατέρα Θωμά Κωστή, που είχε τη σχεδιαστική επιμέλεια της έκδοσης και στην κα Νίκη Πέσιη, που επέβλεπε την όλη πορεία της έκδοσης.
Το βιβλίο μου, που έχει τίτλο «Αρχέγονα Δίκαια», παρά τη μοναδικότητά του στον Ελληνικό χώρο, ως προς την ύλη και το περιεχόμενο, δεν φιλοδοξεί, λόγω και της συνοπτικότητάς του, να καταταγεί στα νομικά ή ιστορικά συγγράμματα, ούτε και στις επιστημονικές διατριβές. Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται το βιβλίο είναι τεράστια και, για την ανάπτυξή τους, απαιτούνται τόμοι. Μοναδικός σκοπός μου είναι, με τα όσα γράφω στο βιβλίο, να μεταδώσω στους καλοπροαίρετους αναγνώστες του, είτε αυτοί είναι φοιτητές, είτε νομικοί, είτε ιστορικοί ή άλλοι συμπολίτες, το απαύγασμα των πολυετών μελετών μου, βασισμένων σε έργα αξιόλογων συγγραφέων τα οποία εκτίθενται στη εκτενή βιβλιογραφία που παραθέτω και στα οποία παραπέμπονται.
Το αρχαίο ελληνικό δίκαιο καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου μου. Τούτο, δεν πρέπει να εκπλήττει διότι, όπως παρατηρεί και ο αγαπητός Αχιλλέας στα Προλεγόμενα, το αρχαίο ελληνικό δίκαιο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του Ρωμαϊκού Δικαίου και, στη συνέχεια, των σύγχρονών ευρωπαϊκών νομικών συστημάτων. Παράλληλα, το Ρωμαϊκό Δίκαιο διαμορφώθηκε, αφού αποδέχθηκε στους κόλπους του, πλείστους θεσμούς και κανόνες των αρχαίων δικαίων και άλλων λαών, με τους οποίους οι Ρωμαίοι ήλθαν σε επαφή. Ενδεικτικά, αναφέρω την επίδραση του αρχαίου αιγυπτιακού εμπορικού δικαίου στο ρωμαϊκό. Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η μεγάλη συμβολή των Σουμερίων στην εξέλιξη του δικαίου και, γενικά, του παγκόσμιου πολιτισμού. Αυτοί είναι που εφεύραν τη γραφή, τη σφηνοειδή γραφή, και είναι οι πρώτοι που συντάξαν και κωδικοποίησαν γραπτούς νόμους, τρεις αιώνες πριν από τον περίφημο κώδικα του Χαμουραμπί. Στη Σουμερία αναπτύχθηκαν οι πρώτες πόλεις – κράτη.
Η ανάλυση του αρχαίου ελληνικού δικαίου είναι θέμα ευρύτατο και, οπωσδήποτε, δεν μπορεί να αναπτυχθεί στον διαθέσιμο χρόνο. Έτσι, θα περιοριστώ σε μερικές μόνο επισημάνσεις για τις έννοιες του νόμου και τις δικαιοσύνης στην αρχαία ελληνική σκέψη, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, επαρκούν για να καταδείξουν το εύρος της κληρονομιάς που μας κατέλειπε η αρχαία ελληνική διανόηση.
Στους αρχαίους Έλληνες, η ιδέα της δικαιοσύνης είχε θεοποιηθεί. Η Θέμις, κόρη του Ουρανού και της Γης, συμβόλιζε, ως πηγή θείων επιταγών, τη φυσική και ηθική τάξη, καθώς και την τάξη του δικαίου.
Για τους αρχαίους Έλληνες, οι νόμοι είχαν θεϊκή προέλευση και παράβασή τους σήμαινε παράβαση θείου νόμου, που θα προκαλούσε την οργή και την τιμωρία του θεού. Το ίδιο ίσχυε και σε άλλους αρχαίους πολιτισμούς όπως τους Σουμέριους, τους Βαβυλωνίους και τους Εβραίους.
Ο Ησίοδο, στο έργο του Έργα και Ημέραι, αναφέρει ότι ο νόμος που έδωσε ο Δίας στους ανθρώπους είναι η τήρηση της δικαιοσύνης η οποία τους εμποδίζει να αλληλοσπαράσσονται. Ο Δίας, για να βοηθήσει τους ανθρώπους να συμβιώνουν σε μια πολιτεία ο ένας με τον άλλο αρμονικά, τους έστειλε, μέσω του Ερμή, την «Αιδώ» και τη «Δίκη». Η Αιδώ, δηλαδή η ντροπή, που εκδηλώνεται με τον σεβασμό προς τον συνάνθρωπο, αλλά και με τον αυτοσεβασμό, είναι, κατά τον Πλάτωνα στο βιβλίο του Νόμοι, η μητέρα της Δίκης, δηλαδή της δικαιοσύνης. («Παρθένος Αιδούς Δίκη λέγεται»).
Οι κανόνες δικαίου, όταν πρωτοεμφανίστηκαν, ήταν εθιμικοί. Δηλαδή, ήταν κανόνες που διαμορφώθηκαν σιγά σιγά και αδιάλειπτα στη συνείδηση των μελών μιας ανθρώπινης κοινότητας ως κανόνες ηθικής και δικαίου. Πολύ αργότερα, τη θέση των εθιμικών κανόνων δικαίου πήρε το θετό δίκαιο, δηλαδή οι νόμοι οι επιβαλλόμενοι, από τον ανώτατο άρχοντα ή από τα νομοθετικά σώματα. Αρχικά οι νόμοι ήταν άγραφοι. Στη συνέχεια, τη θέση των άγραφων νόμων πήραν οι γραπτοί. Αποτελεί, από πολλές απόψεις σημαντική πρόοδο η εξέλιξη από το έθιμο και το άγραφο δίκαιο στον γραπτό νόμο, ο οποίος είχε βεβαιότητα και σταθερότητα. Επίσης, ο γραπτός νόμος συνέβαλε στον αυτοπεριορισμό της αυθαιρεσίας των αρχόντων να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τον νόμο «κατά το δοκούν» και σύμφωνα με τα συμφέροντά τους.
Όπως προανέφερα, η μετάβαση από τους άγραφους κανόνες δικαίου στους γραπτούς, έγινε κατορθωτή χάρη στην εφεύρεση της γραφής από τους Σουμέριους. Οι Σουμέριοι έγραφαν πάνω σε πηλό με ξύλινες γραφίδες, που σχημάτιζαν σφηνοειδή σημεία και γι’ αυτό η σουμεριακή γραφή ονομάζεται σφηνοειδής γραφή. Η σφηνοειδής γραφή ήταν η κύρια γραφή που χρησιμοποιούσαν σε όλη τη Μέση Ανατολή για σχεδόν 3 χιλιάδες χρόνια. Ακολούθησε η χρήση του αλφαβήτου φοινικικής προέλευσης, το οποίο τροποποίησαν και τελειοποίησαν οι Έλληνες, εισάγοντας σ’ αυτό τα φωνήεντα.
Ο Ευριπίδης, υμνώντας στις Ικέτιδες την αθηναϊκή δημοκρατία, υπογραμμίζει στο στίχο 432 τα πιο κάτω, σε μετάφραση Τάσου Ρούσου: «Όταν, όμως, οι νόμοι είναι γραμμένοι, φτωχός και πλούσιος στέκουν πάντοτε ίσοι».
Κατά την κλασική περίοδο, ο νόμος, ως κανόνας συμπεριφοράς, θετικοποιήθηκε και εξανθρωπίστηκε. Αποδεσμεύτηκε από μεταφυσικές, θεϊκές και οιονεί εξ αποκαλύψεως καταβολές και έπαψε να είναι προϊόν αυθαίρετης βούλησης ορισμένων προσώπων, βασιλέων ή τυράννων, αλλά συμβατική έκφραση της συναίνεσης των συμβιούντων σε μια κοινωνία ανθρώπων και, τούτο, ήταν μια από τις πρώτες εκφάνσεις της δημοκρατικής αρχής. Μελετώντας τα αρχαία κείμενα, διαπιστώνουμε ότι ο συμβατικός χαρακτήρας της έννομης τάξης, δηλαδή ως «συνθήκης» ή «συμβολαίου», έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική σκέψη, που υλοποιείται με την καθημερινή άμεση συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Ο Αριστοτέλης, προβαίνοντας στα Ηθικά Νικομάχεια, Ε, 1134b και επ., σε διάκριση του δικαίου, αναφέρεται στο «φυσικόν», που είναι το «πανταχού την αυτήν έχον δύναμιν» και το «νομικόν», το θετό δίκαιο, που ισχύει εκάστοτε «κατά συνθήκην». Πρόσθετα, αναφέρω ότι καθεμιά από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Λυκούργου χαρακτηριζόταν, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, με τον όρο «ρήτρα», που σημαίνει συμφωνία, δηλαδή αποδοχή από τον λαό της Σπάρτης της νομοθεσίας.
Θα περάσουν αιώνες έως ότου αναζωογονηθεί από τους φιλοσόφους του Διαφωτισμού και, κυρίως, από τον Ρουσσώ, η έννοια του «κοινωνικού συμβολαίου», ως θεμελίου της πολιτικής κοινωνίας. Επίσης, ο Δημοσθένης στον λόγο του Κατά Μειδίου σημειώνει ότι ο νόμος δεν νοείται μόνο ως μια διαρκής δέσμευση του πολίτη, αλλά ως ένα συλλογικά δεσμευτικό συμβόλαιο που εγγυάται στους πολίτες την ασφάλεια και την ελευθερία τους. Θα έλθει, μετά από χρόνια, ο Κικέρων να διακηρύξει: «Είμαστε όλοι δούλοι των νόμων, για να είμαστε ελεύθεροι».
Όταν παραβιάζονται οι κανόνες του άγραφου «φυσικού δικαίου», παραβιάζονται τα «νόμιμα των Ελλήνων». Στους κανόνες αυτούς εντάσσονται οι επιταγές για ταφή των νεκρών, για την ασυλία στους ικέτες ή, ακόμα, στους αιχμαλώτους που παραδόθηκαν, για την τήρηση των όρκων και για τον σεβασμό προς τους φιλοξενούμενους. Οι άγραφοι αυτοί νόμοι προϊσχύουν και υπερισχύουν των γραπτών νόμων. Οι άγραφοι νόμοι, όπως και οι γραπτοί, υπήρξαν το στήριγμα και η εγγύηση όλης της πολιτικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων. Αξίζει, εδώ, να αναφερθεί η γνωστή Τραγωδία του Σοφοκλέους, Αντιγόνη. Ο Σοφοκλής δίνει, στο θαυμάσιο αυτό έργο του, στους άγραφους νόμους ένα χαρακτήρα ακλόνητο.
Αναπτύσσεται η έννοια της επιεικείας. Η έννοια της επιεικείας ορίζεται από τον Αριστοτέλη στα Ηθικά Νικομάχεια, στο τέλος του πέμπτου βιβλίου, ως συμπλήρωμα του θετού δικαίου, για να συμπληρώνει τα κενά του. Έτσι, τονίζει ότι «το επιεικές δίκαιον μεν εστίν, ου το κατά νόμον δε, αλλ’ επανόρθωμα νομίμου δικαίου».
Ένα θεμελιώδες δικαίωμα που είχε ο πολίτης ήταν η περίφημη «γραφή παρανόμων», η αγωγή δηλαδή ή καταγγελία που κάθε Αθηναίος πολίτης είχε δικαίωμα να εγείρει προσβάλλοντας το κύρος νόμων και ψηφισμάτων για τον λόγο ότι δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διαδικασίες ή ήταν αντίθετοι προς το δημόσιο συμφέρον ή ότι το περιεχόμενό τους βρισκόταν σε αντίθεση με προηγούμενο νόμο που δεν είχε ρητά καταργηθεί. Η αγωγή στρεφόταν εναντίον των εισηγητών αυτών των νόμων ή των ψηφισμάτων. Η γραφή παρανόμων ήταν, όπως αποδείχθηκε, σπουδαίος φρουρός στην εύρυθμη λειτουργία του αθηναϊκού πολιτεύματος.
Υπήρχε και η «γραφή ασεβείας» ή «γραφή ύβρεως». Ήταν η μήνυση που στρεφόταν εναντίον όσων προσβάλλαν τα χρηστά ήθη, τις κρατούσες θρησκευτικές αντιλήψεις ή διέφθειραν τους νέους. Σε αρκετές περιπτώσεις εγένετο κατάχρηση αυτού του δικαιώματος και το δικαίωμα αυτό αποτέλεσε όπλο συκοφαντών. Θύμα τέτοιων συκοφαντών υπήρξε ο Σωκράτης. Το 399 π.Χ. ο φιλόσοφος βρέθηκε ένοχος της κατηγορίας που του προσάφθηκε ότι «διαπράττει αδικία γιατί διαφθείρει τους νέους και δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης, αλλά σε άλλους» και, στη συνέχεια, καταδικάστηκε, από τους δικαστές του, σε θάνατο. Επίσης, ο φιλόσοφος Αναξαγόρας κατηγορήθηκε για ασέβεια, επειδή δίδασκε ότι ο Ήλιος ήταν «φλεγόμενος λίθος με διαστάσεις μεγαλύτερες της Ελλάδας».
Επίσης, όλοι οι άρχοντες στην αρχαία Αθήνα στο τέλος της θητείας τους, έδιναν λόγο των πράξεών τους. Το ίδιο και οι Στρατηγοί, ακόμη και κατά την επιστροφή τους από κάθε εκστρατεία. Παρεμπιπτόντως αναφέρω ότι ο θεσμός του ελέγχου της εξουσίας υπήρχε και στην αρχαία Σπάρτη, παρά το ότι το πολίτευμα εκεί δεν ήταν δημοκρατικό. Στη Σπάρτη υπήρχαν δυο βασιλείς, που δεν ήταν ανεξέλεγκτοι. Δικαστήριο, το οποίο συγκροτείτο από τους Εφόρους, τη Γερουσία και ένα βασιλέα, είχε εξουσία να δικάσει τον άλλο βασιλέα για προδοσία ή αισχροκέρδεια ή κακή διοίκηση της στρατιάς κ. ά.
Προχωρώ, παραθέτοντας τη θέση δυο μεγάλων ρητόρων της αρχαιότητας για τη δύναμη που έχουν οι νόμοι. Ο Δημοσθένης στον Κατά Μειδίου λόγο του, το 347 π.Χ., απευθυνόμενος στους δικαστές, είπε: «Μήπως, αν κάποιος από σας βάλει τις φωνές, θα τρέξουν κοντά του οι νόμοι ως αρωγοί; Όχι. Γιατί οι νόμοι είναι κείμενα και δεν θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό. Ποια είναι λοιπόν η δύναμή τους; Είναι που εσείς τους δίνετε δύναμη και τους παρέχετε βοηθούς σ’ όποιον τους χρειάζεται. Οι νόμοι, λοιπόν, είναι ισχυροί με τη δική σας βοήθεια και σεις με τη δική τους». Κατά τον Δημοσθένη, οι νόμοι ταυτίζονται με τη δημοκρατία και παραθέτει, ως απειλούμενες από τον Μειδία, βασικές και παραδοσιακές αξίες της αθηναϊκής δημοκρατίας, όπως το δικαίωμα λόγου, την ισηγορία, και την ίση συμμετοχή όλων στα κοινά. Μαζί του συμφωνεί και ο παραδοσιακός του αντίπαλος, ο Αισχίνης, στον Κατά Τιμάρχου λόγο του, όπου αναφέρει ότι η μοναρχία και η ολιγαρχία διέπονται από την καλή θέληση των αρχηγών, «ενώ οι δημοκρατικές πολιτείες από τους κειμένους νόμους».
Όμως, υπήρξε εποχή όπου στην αρχαία ελληνική σκέψη παρατηρείται μια «κρίση» αναφορικά με αξία των νόμων. Την κρίση αυτή προκάλεσαν, κατά κύριο λόγο, οι σοφιστές οι οποίοι, με τη διδασκαλία τους παρουσιάζουν το ισχύον εκ του νόμου δίκαιο σαν αντίθετο προς τη φύση.
Στο έργο του Πλάτωνα Πολιτεία ένας σοφιστής, ο Θρασύμαχος, υποστηρίζει ότι κάθε κυβέρνηση επιβάλλει νόμους ευνοϊκούς για την ίδια και καταλήγει πως «τίποτε άλλο δεν είναι το δίκαιο, παρά το συμφέρον του ισχυροτέρου». Πρόκειται για μια διαπίστωση, που, δυστυχώς, έχει επαληθευθεί από την Ιστορία.
Διάχυτη είναι η επίδραση των όσων αναφέρονται ως διδασκαλία των σοφιστών, στον πολιτικό βίο της εποχής τους, μια εποχή που την χαρακτηρίζει μια γενικότερη κρίση, πολιτική, ηθική, κοινωνική. Ο Θουκυδίδης στο έργο του Ιστορίαι, αναφέρει, εμφαντικά, τη διαχρονικότητα της κυριαρχίας των ισχυρών και της βίας στις διακρατικές σχέσεις.
Χαρακτηριστικός είναι ο μνημονευόμενος από αυτόν διάλογος μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων. Η Αθήνα που έκτιζε Παρθενώνες, που ενθάρρυνε τη φιλοσοφία και τις συζητήσεις για τον άνθρωπο, την αρετή και την αλήθεια στην Αγορά, η ίδια η Αθήνα εξολόθρευε τον πληθυσμό μια μικρής νήσου, της Μήλου, γιατί δεν συμμάχησε μαζί της. Με πρωτοφανή κυνισμό οι Αθηναίοι πρέσβεις δηλώνουν, σε μετάφραση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ότι «το επιχείρημα του δικαίου αξίαν έχει, όπου ίση υπάρχει δύναμις προς επιβολήν αυτού και ότι ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμίς του και ο ασθενής παραχωρεί ό, τι του επιβάλλει η αδυναμία του». (Ε, 89). Και, πιο κάτω, εμφαντικά τονίζουν πως, τον νόμο αυτόν, ούτε τον θέσπισαν ούτε τον εφάρμοσαν αυτοί πρώτοι. Τον βρήκαν να ισχύει και τον ακολουθούν, όπως θα τον ακολουθούν αιώνια όσοι τους διαδεχθούν. (Ε, 105).
Την απάντηση στο ερώτημα αν οι πιο πάνω αντιλήψεις εξακολουθούν να διέπουν τις διακρατικές σχέσεις, μπορούμε όλοι μας να τη δώσουμε, αν στρέψουμε το βλέμμα μας στον Πενταδάκτυλο, που οι ισχυροί, για να προστατεύουν τα συμφέροντά τους, τον κρατούν σιδηροδέσμιο και δεν του επιτρέπουν να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του Κώστα Μόντη: Να ανασηκώσει την πλάτη του και να αποσείσει τον βέβηλο κατακτητή.
Σας ευχαριστώ και πάλι.